Πρόσφατα ένας γνωστός Έλληνας θεολόγος Βλάσιος Φειδάς στο νέο δημοσίευμά του με τίτλο «Η Αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας και οι ενστάσεις της Εκκλησίας της Σερβίας»[1] έβαλλε εναντίον του Αγιωτάτου Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίου, για την ακρίβεια, εναντίον της θέσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας επί του Ουκρανικού, η οποία διατυπώθηκε στο από 6ης Φεβρουαρίου 2019 Γράμμα της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Εκκλησίας προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, καθώς και στις μελέτες του σπουδαίου Σέρβου θεολόγου Επισκόπου Μπάτσκας Ειρηναίου. Όπως είναι γνωστό, η Σερβική Εκκλησία δεν αναγνωρίζει τη δημιουργία της αυτόκλητης αυτοκεφάλου ούτως λεγομένης Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας (στο εξής ΟΕΟ),θεωρούσα ότι ο Κωνσταντινουπόλεως ενήργησε  «εἰς τὸν κανονικὸν χῶρον τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας» αφενός, και ότι «ἱδρύθη καί ἀπέκτησεν αὐτοκεφαλίαν, καί δή κατόπιν διαλεκτικοῦ ἅλματος τῶν ἀμετανοἠτων σχισματικῶν εἰς γνησίους, κανονικούς ἀρχιερεῖς κληρικούς καί πιστούς», αφετέρου.

Το ύφος του λαϊκού Βλασίου Φειδά έναντι των Σέρβων Επισκόπων δεν εντάσσεται μόνο στα όρια της εκκλησιαστικής διπλωματίας ή εθιμοτυπίας, αλλά και στα πλαίσια μιας κοινής ανθρώπινης ευγένειας. Τί μόνο αξίζουν οι ακόλουθες διατυπώσεις του σεβαστού εκκλησιαστικού ανδρός:

«Τό ὅλον πνεῦμα τῆς Ἐπιστολῆς ἀπεσκόπει εἰς τήν ἐξυπηρέτησιν προφανῶς ἰδιοτελῶν προσδοκιῶν ἤ ἰδεοληπτικῶν σκοπιμοτήτων, διότι αἱ πλασματικαί αὐταί ὑποθέσεις ὑποστηρίζονται ἐσφαλμένως καί ἀκρίτως κατά τρόπον μάλιστα ἀλαζονικόν, ἤ καί ἀνάρμοστον, ὡς ἐάν «ἐπ’αὐτοῖς κεῖνται τά τῆς Ἐκκλησίας».

Προφανῶς, οἱ συντάκτες τῆς Ἐπιστολῆς ἔχουν ἐπιλεκτικήν ἄγνοιαν ὄχι μόνον τῶν πραγματικῶν ἱστορικῶν γεγονότων καί τῶν σχετικῶν αὐθεντικῶν πηγῶν διά τάς διαχρονικάς σχέσεις τῆς Μητροπόλεως Κιέβου καί τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας κατά τούς τέσσαρας τελευταίους αἰῶνας, ἀλλά καί τῶν καθιερωμένων κανονικῶν κριτηρίων διά τάς σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τούς καθ’οἱονδήποτε τρόπον ἀπεσχισμένους ἐκ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος αὐτῆς ὀρθοδόξους κληρικοῦς, μοναχούς καί λαϊκούς».

Προφανώς ο Βλάσιος Φειδάς φαντάζεται τον εαυτό του ὡς Πατριάρχη, ο οποίος επιπλήττει ένα αμόρφωτο λαϊκό. Ατυχώς, η Κωνσταντινούπολη συνηθίζει ολοένα και περισσότερο να ομιλεί με τις λοιπές κατά τόπους Εκκλησίες στο πνεύμα του «Dictatus papae». Ας αφήσουμε, λοιπόν, προς το παρόν τα προβλήματα της δεοντολογίας και την αλαζονεία του κυρίου Φειδά, η οποία η αλαζονεία, άγνωστο είναι, επί τινός θεμελίου στηρίζεται.  Ας εξετάσουμε το ζήτημα κατά την ουσία του.

Ο καθηγητής Φειδάς προβάλλει τις ακόλουθες κατηγορίες κατά του Αγιωτάτου Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίου και των Ιεραρχών της Εκκλησίας της Σερβίας:

«Προφανῶς, οἱ συντάκτες τῆς ἀπαραδέκτου ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τήν Α.Θ. Παναγιότητα τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχην ἐπέλεξαν νά διαστρέψουν ἀκρίτως, κατά προσπάθειαν ἤ ἀντιπάθειαν, τά εἰς πάντας πλέον γνωστά πλέον γεγονότα τῆς Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Διονυσίου Δ’ (1686). Οὕτως, ὑποστηρίζουν αὐθαιρέτως καί ἐσφαλμένως εἰς τήν «πρώτην ἔνστασιν» αὐτῶν, ἀφ’ἑνός μέν ὅτι δῆθεν ἡ Μητρόπολις τοῦ Κιέβου εἶναι ἥκιστα ταυτιστέα πρός τήν σήμερον «Οὐκρανίαν», ἐμπεριέχουσαν καί δεκάδας ἑτέρων ἐκκλησιαστικῶν ἐπαρχιῶν, ἀφ’ἑτέρου δέ ὅτι δῆθεν ἡ Μητρόπολις Κιέβου «παρεχωρήθη ἐν ἔτει 1686 τῷ Πατριαρχείῳ Μόσχας, ὅπερ τεκμαίρεται ἐκ τῶν κειμένων» τοῦ Πατριάρχου Διονυσίου.

Η Ιερά Μητρόπολη Κιέβου το έτος 1686 δεν ταυτίζεται πράγματι προς τα σύνορα του σημερινής κράτους της Ουκρανίας. Οι πόλεις Τσερνίγκοφ, Νόβγκοροντ Σέβερσκ κλπ., οι οποίες απελευθερώθηκαν από τους Πολωνούς ακόμη το 1500, υποτάχθηκαν στους Επισκόπους, οι οποίοι εχειροτονούντο πρώτα από τον Μητροπολίτη και στη συνέχεια τον Πατριάρχη Μόσχας. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί σχετικά με τη σημερινή Ανατολική Ουκρανία – την περιφέρεια του Χαρκόβου και του Ντονμπάς, που ευρίσκονταν στο χώρο της Βασιλείας της Μοσχοβίας.  Η σημερινή Μπουκοβίνα υπήγετο στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Βαλαχίας. Η Κριμαία εκκλησιαστικά υπήγετο στον Επίσκοπο Ταυρίας. Η Ουκρανία της Δεξιάς Όχθης στις δεκαετίες 70’ και 80’ του ΙΣΤ’ αι. υπήγετο μερικώς στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Καμενέτς Ποντόλσκ (το τουρκοκρατούμενο τμήμα), και μερικώς στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Λεωπόλεως (το πολωνοκρατούμενο τμήμα)[2]. Γενική σημείωση: τόσο η σημερινή Ουκρανία, όσο η Ιερά Μητρόπολη Κιέβου αποτελούν καρπό της μακράς συλλογής των γαιών της Μικράς Ρωσίας, αρχής γενομένης από το Συμβούλιο Περεγιασλάβ 1654, και η οποία ολοκληρώθηκε το 1945 με τη Διάσκεψη της Γιάλτας το 1945 και την αναγνώριση των δυτικών σοβιετικών συνόρων. Συνεπώς, το φαινόμενο της Ιεράς Μητροπόλεως Κιέβου στη σημερινή της μορφή συνδέεται άρρηκτα με την Α’  Πατριαρχική, Συνοδική και τη Β’ Πατριαρχική περίοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας και επομένως η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι και de iure και de facto Μήτηρ Εκκλησία για την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι εκείνη τη δημιούργησε στη σημερινή της μορφή.

Ο Βλάσιος Φειδάς προβάλλει παρεμπιπτόντως μια αρκετά παράξενη ιδέα:

«Τά κανονικά αὐτά κριτήρια ἔχουν μεῖζον κῦρος κατά τήν ἐφαρμογήν αὐτῶν, ὅταν ἡ ἀπόσχισις ἐγένετο διά μόνην τήν ἐπίμονον ἄρνησιν αὐτῶν ὄχι μόνον νά ὑποταγοῦν εἰς τάς ἀπωθημένας δυναστικάς ἀξιώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀλλά καί νά ἀκυρώσουν τήν εὔλογον κανονικήν ἀξίωσιν αὐτῶν διά τήν ἐπίσημον ἀπόδοσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοκεφαλίας εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς ἀνεξαρτήτου πλέον ἀπό τήν Σοβιετικήν Ἕνωσιν Δημοκρατίας τῆς Οὐκρανίας».

Επιτρέψτε να ρωτήσω: κατά την απόκτηση της θύραθεν ανεξαρτησίας από την εκκλησιαστική μήτρα μήπως πάντοτε ζητείται αυτόματα και το εκκλησιαστικό αυτοκέφαλο; Είναι πάντοτε νόμιμο; Αλλά σε αυτή την περίπτωση το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επί μιας σχεδόν εκατονταετίας διηύθυνε παρανόμως την Εκκλησία της Σερβίας και δεκαετίες ολόκληρες την Εκκλησία της Ρουμανίας μετά από την απόκτηση ανεξαρτησίας από τη Σερβία και τη Ρουμανία το 1831 και το 1868 αντίστοιχα. Επομένως, κατά την ίδια λογική, η διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας με τους Βουλγάρους το ΙΘ’ και το πρώτο ήμισυ του Κ’ αι. αποτελούσε παρανομία από πλευράς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, εφόσον ο Βούλγαροι ζητούσαν νόμιμα το εκκλησιαστικό αυτοκέφαλο ιδίως μετά την απελευθέρωσή τους από την υποδούλωση στους Τούρκους από τη Ρωσία [3]Εάν είχε δίκιο ο Βλάσιος Φειδάς το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως τότε δεν θα έχει κανένα δικαίωμα επί των λεγομένων «βορείων χωρών», συμπεριλαμβανομένου και του Αγίου Όρους, εφόσον συγκροτούν την πλέον ανεξάρτητη από την Τουρκία Ελληνική Δημοκρατία.

Στη συνέχεια, στρεβλώνοντας τα ιστορικά γεγονότα, παρουσιάζει την όλη υπόθεση έτσι ώστε δήθεν

«Διά τῆς Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου (1686) παρεχωρήθη ἁπλῶς «ἡ ἄδεια» ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἰς τόν Πατριάρχην Μόσχας Ἰωακείμ μόνον νά χειροθετῇ ἤ νά ἐνθρονίζῃ, ἐξ ὀνόματος πάντοτε τοῦ ἑκάστοτε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τόν ἐκλεγόμενον ὑπό τῆς Κληρικολαϊκῆς συνελεύσεως τῆς Μητροπόλεως Κιέβου Μητροπολίτην, ἀλλ’ὄχι βεβαίως καί ἡ δικαιοδοσία ἐπί τῆς Μητροπόλεως Κιέβου».

Παραξενεύεται κανείς ακούγοντας παρόμοιες κουβέντες από το στόμα ενός κανονολόγου. Εάν ισχύουν αυτά τότε ο Κωνσταντινουπόλεως ουδεμία δικαιοδοσία έχει επί της Μικράς Ασίας και Θράκης καθώς και των ομόρων περιοχών. Άλλωστε ο 28ος κανόνας της Δ’ ἐν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου λέγει το εξής:

«Γι΄αυτό ο θεοφιλέστατος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως ενθρονίζει μόνο τους προκαθημένους του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης, οι οποίοι εκλέγονται από τις Συνόδους ων αντίστοιχων διοικήσεων»[4].

Άλλωστε επί του ἐν Χαλκηδόνι  28ου κανόνα στηρίζει ο Κωνσταντινουπόλεως τις αξιώσεις του επί του πρωτείου όχι μόνο τιμής, αλλά και εξουσίας στην Ορθοδοξία. Ανέκαθεν το δικαίωμα της ενθρονίσεως του επισκόπου, του αρχιεπισκόπου ή του μητροπολίτη στη σχετική εκκλησιαστική επαρχία ή διοίκηση  δήλωνε την υπαγωγή στη σχετική δικαιοδοσία. Όσο δε αφορά τους όρους μνημονεύσεως του Κωνσταντινουπόλεως η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας την τελούσε τη μνημόνευση και άνευ κάθε διπλωματικού όρου: οι Αγιώτατοι Ορθόδοξοι Πατριάρχες, με τον Κωνσταντινουπόλεως πρώτο, εμνημονεύονταν στις ιερές ακολουθίες από τον Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών και όχι μόνο από αυτό [5]. Τούτο όμως ουδόλως δήλωνε την αναγνώριση της εξουσίας του Κωνσταντινουπόλεως. Τα γράμματα δε του Οικουμενικού Πατριάρχη στους τσάρους Ιωάννη και Πέτρο καθώς και στους Χατμάνους επιμαρτυρούν την πραγματική εκχώρηση της εξουσίας επί της Ιεράς Μητροπόλεως Κιέβου στον Πατριάρχη Μόσχας.

Τέλος, ας στραφούμε στη Συνοδική πράξη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως του 1686 σχετικά με την ενθρόνιση του Κιέβου. Προς αποφυγή παρερμηνειών παρατίθεται το Ελληνικό πρωτότυπο και στη συνέχεια η απόδοσή του (στα Ρωσικά σημ. μετ.):

«…ἀδύνατον ὂν παρὰ τοῦ οἰκουμ(ενικοῦ) θρόνου ἐκτελεῖσθαι τὴν εἰρημένην χειροτονίαν, κ(αὶ) οὕτω ἀρχιερατικῆς προστασί(ας) ἀμοιρεῖν, ἡ ὑποταγὴ τῆς μ(ητ)ροπόλ(εως) ταύτης Κιόβου ἀνετέθη ὑπὸ τὸν ἁγιώτατον π(ατ)ριαρχικὸν τῆς Μοσχοβίας θρόνον»[6].

Αλλοίμονο, αλλά ο καθηγητής διατύπωσε μια ψεύτικη άποψη με τα ακόλουθα:

«Οὕτως, ἀποφαίνονται ἀκρίτως καί «ἐφ’ὅλης τῆς ὕλης», διά τῆς πλασματικῆς μάλιστα μεθόδου τῆς λήψεως τοῦ ζητουμένου (petitio principii), καίτοι τό Πατριαρχεῖον Μόσχας οὐδέποτε ἐδήλωσεν ἐπισήμως, τουλάχιστον μέχρι τῆς ἐπισήμου διαλύσεως τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως (25 Δεκ. 1991), ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ἀνῆκεν εἰς τήν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἤτοι ὡς κανονικόν ἔδαφος αὐτοῦ».

Στην πραγματικότητα η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας πάντοτε συγκατάλεγε την Ιερά Μητρόπολη Κιέβου και τις επισκοπές της Μικράς Ρωσίας στις εκκλησιαστικές επαρχίες αυτής: ο Κιέβου διατελούσε μέλος της Αγιωτάτης Διοικούσης Συνόδου προεπαναστατικά (ενίοτε και ως πρωτεύον μέλος) και μόνιμο μέλος της Ιεράς Συνόδου κατά τη σοβιετική περίοδο. Φωτογραφίες του Μητροπολίτη Κιέβου και άλλων Επισκόπων της Ουκρανίας καθώς και τα στοιχεία τους δημοσιεύοντο τακτικά στις επετηρίδες του Πατριαρχείου Μόσχας. Ως αρχιερείς της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εντάχθηκαν στους εκδιδόμενους τόμους των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών, συμπεριλαμβανομένης και της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μητροπολίτης Κιέβου και Γαλικίας έφερνε τίτλο «Πατριαρχικού εξάρχου πάσης Ουκρανίας». Και φυσικά ότι ήταν έξαρχος του Μόσχας και όχι του Κωνσταντινουπόλεως. Στην Ουκρανία ίσχυαν οι ίδιες αρχές της εκκλησιαστικής διοικήσεως όπως και στις λοιπές εκκλησιαστικές επαρχίες. Η Ιερατική Σχολή Οδησσού υπαγόταν στην Επιτροπή Παιδείας του Πατριαρχείου Μόσχας. Μέχρι το 1991 η λεγόμενη Εξαρχία της Ουκρανίας κατέβαλε εισφορές στο Ταμείο του Πατριαρχείου Μόσχας. Η λεγόμενη Εξαρχία της Ουκρανίας ακολουθούσε γενικά τον ίδιο ρυθμό ζωής όπως και η υπόλοιπη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Προκειμένου να αξιολογηθεί επαξίως η ειλικρίνεια του καθηγητή Φειδά, να παραθέσουμε τα λεχθέντα του σχετικά με την κανονική θέση της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας μέχρι το 2019, καταφεύγοντας σχετικά στην εκπληκτική μελέτη του Πρωτοπρεσβυτέρου Αναστασίου Γκοτσόπουλου [7].

«Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος ὑπήγαγε τὴ Μητρόπολιν Κιέβου ὑπὸ τὴν κανονικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριάρχου Μόσχας (1687)»[8].

  1. «Ο Μ. Πέτρος καταργεῖ τὸν Πατριαρχικὸ θεσμὸ στὴ Μόσχα καὶ εἰσάγει Σύνοδο. Τὴν ἀπόφασή του αὐτὴ τὴνἐπικυρώνει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Ἔτσι στὴ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ τρία μόνιμα μέλη συμμετέχει ὁ Μητροπολίτης Κιέβου (μαζὶ μὲ τὸν Μόσχας καὶ τὸν Πετρουπόλεως»[9].
  2. «Ἡ Θεολογικὴ Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου εἶναι μία ἀπὸ τὶς τέσσερις σημαντικότερες Ἀκαδημίες τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας»[10].
  3. «Ὁ Μητροπολίτης Κιέβου διετέλεσεπρόεδρος τῆς Πανρωσικῆς Συνόδου τοῦ 1917, στὴν ὁποία ἀποκαταστάθηκε ὁ Πατριαρχικὸς Θεσμὸς στὴ Ρωσία»[11].
  4. «Εἰς τὴν Σύνοδο τοῦ 1945 ἔλαβον μέρος ὁ πατριάρχηςἈλεξανδρείας Χριστόφορος, ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Ἀλέξανδρος Γ΄, ὁ πατριάρχης-«καθολικός» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας Καλλίστρατος, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ πατριαρχείου Ἱεροσολύμων ἀρχιεπίσκοπος Σεβαστείας Ἀθηναγόρας, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας μητροπολίτης Σκοπίων Ἰωσὴφ, ὁ ἐπίσκοπος Ἰωσὴφ τῆς ἘκκλησίαςΡουμανίας κ.ἂ…Ἡ Σύνοδος συνέταξε καὶ τὸν «Κανονισμὸν διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας». Σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 19 τοῦ Κανονισμοῦ στὴν ἑξαμελῆ Διαρκῆ Σύνοδο συμμετέχει ὡς μόνιμο μέλος ὁ Μητροπολίτης Κιέβου»[12].
  5. Τέλος, κατὰ τὸν καθηγητὴ Βλ. Φειδᾶ, «στὶς ἐπαρχίες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ὑπάγεται καὶ τὸ Κίεβο καὶ ὁλόκληρη ἡ Οὐκρανία καθὼς καὶ οἱ Μονὲς τῆς Οὐκρανίας»[13]!

Επομένως, σύμφωνα με τούς παλαιότερους και επί πολλά χρόνια διατυπούμενους ισχυρισμούς, οἱ ἐν Οὐκρανίᾳ Ὀρθόδοξοι τούς τελευταίους αἰῶνες συμμετεῖχαν σὲ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα: ποιον Βλάσιο Φειδά να πιστεύουμε, εκείνο της κοπής του  1966–2017 ή της κοπής του 2018–2019; Επίσης εγείρεται και ένα άλλο ερώτημα: πιστεύει ο ίδιος στα λεγόμενά του ή μήπως κατά τους πατέρες της Εκκλησίας απλώς «καπηλεύει τὴν ἀλήθειαν»;

Ο Βλάσιος Φειδάς θέτει το ρητορικό ερώτημα:

«Ἄν τό Πατριαρχεῖον Μόσχας εἶχε κανονικῶς τό δικαίωμα ἐπιβολῆς βαρυτάτων ποινῶν εἰς τόν Μητροπολίτην Κιέβου, ἐπειδή ἡ ὑπό τήν προεδρίαν αὐτοῦ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς ἀνεξαρτήτου Δημοκρατίας τῆς Οὐκρανίας ἠξίωσεν ἐπισήμως τήν ἀνακήρυξιν τῆς αὐτοκεφαλίας αὐτῆς, ἤτοι ὡς ἔπραξαν καί πᾶσαι αἱ αὐτοκέφαλοι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι τῶν νεωτέρων χρόνων, χωρίς ὅμως νά ὑποστοῦν ἀναλόγους ἀντικανονικάς συνεπείας».

Ο καθηγητής Φειδάς προφανώς έχει υπόψη του την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της 13ης Νοεμβρίου 1991 όταν, κατόπιν πιέσεως της εθνικιστικής κυβερνήσεως του Λ. Κραβτσούκ και μετά από απειλές του τότε Μητροπολίτη Φιλαρέτου και Ουκρανών εθνικιστών, οι Ουκρανοί Αρχιερείς υπέγραψαν αίτημα, όπου ζητούσαν το αυτοκέφαλο, το οποίο το αίτημα είχε συνταχθεί από το Φιλάρετο, κατόπιν υπαγορεύσεως των Ουκρανικών αρχών, και απεστάλη στον Αγιώτατο Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο. Ἐν τούτοις, στη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας στη Μόσχα από 31ης Μαρτίου έως 5ης Απριλίου 1992, κατόπιν ελεύθερης συζητήσεως, η πλειοψηφία των επισκόπων των ουκρανικών εκκλησιαστικών επαρχιών ανακάλεσαν τις υπογραφές τους κάτω από το αίτημα της αυτοκεφαλίας, εξηγώντας ότι ενήργησαν κατόπιν εξαναγκασμού, από φόβο των καταπιέσεων εκ μέρους του Μητροπολίτη Φιλαρέτου και των ουκρανικών αρχών[15].

Η παρέμβαση του Μητροπολίτη Βλαδιμήρου Σαμποντάν στη Σύνοδο της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας στις 26 Ιουνίου 21992 στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου

Κατά τη διάρκεια της Συνόδου Χαρκόβου στις 25 Μάιου 1992, η οποία καθόρισε την περαιτέρω πορεία της κανονικής Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μόνο δύο Αρχιερείς έμειναν κοντά στον Φιλάρετο Ντενισένκο. Ερωτάται: ποια Ιερά Σύνοδο εννοούσε ο καθηγητής Φειδάς;

Δεν αληθεύουν περισσότερο και οι δύο επόμενοι ισχυρισμοί του καθηγητή:

«Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, δέον ὅπως ἀξιολογηθῆ κανονικῶς καί «ἡ δευτέρα ἔνστασις» τῶν συντακτῶν τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διά τῆς ὁποίας ἀπορρίπτουν τήν «ἀνακηρυχθεῖσαν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Οὐκρανίας» ὡς «κανονικῶς μέ ἀνυπόστατον, ἐν τοῖς πράγμασι δέ βιαίως ἐπιβεβλημένην», διό καί ὑποστηρίζουν τήν «ἔνστασιν» αὐτήν διά κανονικῶς αὐθαιρέτων καί παντελῶς ἀβασίμων πλασματικῶν ἐπιχειρημάτων, ἤτοι ἀφ’ἑνός μέν ὅτι δῆθεν «οἱ σχισματικοί παρέμειναν σχισματικοί», ἀφ’ἑτέρου δέ ὅτι δῆθεν «ὁ ἅπαξ σχισματικός, ἀεί σχισματικός».

Μετά την ανακήρυξη του λεγόμενου «Τόμου» μόνο στην εκκλησιαστικές επαρχίες Ρόβνο και Σάρνυ διά της μεθόδου καταλήψεων υπέρ της ΟΕΟ αφαιρέθηκαν 14 ενορίες και 60 ενορίες καταργήθηκαν. Συνολικά από το Δεκέμβριο 2018 έως τον Μάιο 2019 από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία αφαιρέθηκε βιαίως περίπου 120 ενορίες.  Και τούτο μάλιστα γινόταν σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο  της καταλήψεως:

«Κατά πρώτον οι ντόπιοι κάτοικοι συνέρχονται σε συνέλευση της τοπικής εδαφικής κοινότητας, οι οποίοι παρουσιάζονται ως μέλη της θρησκευτικής κοινότητας. Οι οργανωτές ακολουθούν την
«αρχή» κατά την οποία «ο άπαξ εκκλησιασθείς γίνεται πλέον ενορίτης». Στην πρακτική η σεβαστή μερίδα των μετασχόντων της συνελεύσεως είχε προηγουμένως μεταφερθεί από άλλα μέρη. Η άποψη των πραγματικών ενοριτών περιφρονείται βάναυσα. Υιοθετείται η προκαταρτισθείσα απόφαση για την παραχώρηση του Ναού της κανονικής Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας υπέρ της ΟΕΟ. Οι «ακτιβιστές της ΟΕΟ», λεβέντες με εξωτερική εμφάνιση των κακούργων ή εκπροσώπων των μυστικών υπηρεσιών, χωρίς τη γνώση του Συμβόλου πίστεως ή ακόμη του «Πάτερ ημών» με δισκοπρίονο ή λοστό ορμούσαν κατά της πόρτας του Ναού, έσπαγαν τις πόρτες ή έκοβαν την κλειδαριά για να τοποθετήσουν την δική τους. Ενίοτε τα πραγματοποιούσαν τη νύχτα, σαν τους κλέφτες. Σε περίπτωση, εάν οι πιστοί οι οποίοι από επιθυμία να προστατεύσουν το ιερό σέβασμά τους το περιέβαλλον, δέχονταν ξυλοδαρμούς με αποτέλεσμα μερικοί από αυτούς να βρεθούν στο νοσοκομείο. Αυτός ο εκτραχηλισμός ολοκληρωνόταν με την εκτέλεση του ύμνου της Ουκρανίας»[16].

Θα τολμήσει να αρνείται ο καθηγητής Φειδάς το γεγονός ότι αυτοί οι διωγμοί εξαπολύθηκαν στα πλαίσια του αντιεκκλησιαστικού νόμου, τον οποίο ψήφισε η Ανώτατη Βουλή της Ουκρανίας στις 17 Ιανουαρίου 2019 και με τον οποίο καθιερώνεται η αλλαγή της υπαγωγής των θρησκευτικών οργανισμών, όπου επίτηδες συγχέονται η εκκλησιαστική και η εδαφική κοινότητα και προβλέπεται το ενδεχόμενο εκδιώξεως των πιστών από το Ναό σε περίπτωση μιας απλής συνελεύσεως των κατοίκων του χωριού ή της ευρύτερης περιοχής, στην οποία θα μπορούν να φέρουν μάλιστα και με τη βία τους εντελώς άσχετους;

Ή μήπως ο καθηγητής Φειδάς δεν είναι ενήμερος για ένα άλλο αντιεκκλησιαστικό νόμο, κατά τον οποίο οι θρησκευτικοί οργανισμοί «με έδρα το κράτος-εισβολέα» υποχρεώνονται να εμπεριέχουν τη σχετική αναφορά στον πλήρη επίσημη ονομασία τους;  Σημειωτέον ότι οι κληρικοί τέτοιων οργανισμών τελούν υπό απαγόρευση διαποιμάνσεως των στρατιωτών.

Ή μήπως ο σεβαστός επιστήμονος δεν είναι πληροφορημένος για την τερατώδη πίεση, την οποία ασκούσαν οι αρχές της Ουκρανίας στους κανονικούς αρχιερείς της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας μέχρι την κλήση τους στην Υπηρεσία Ασφάλειας της Ουκρανίας;  Η μήπως δε γνωρίζει για τον τεράστιο ρόλο, τον οποίο διαδραμάτισε το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ στην προώθηση του σχεδίου ΟΕΟ;

Ή μήπως ο καθηγητής αγνοεί απολύτως τις ενοχλητικές δηλώσεις του Mike Pompeo υπέρ της ΟΕΟ. Το επίπεδο της θύραθεν υποστηρίξεως προς την ΟΕΟ, τόσο εσωτερικής, όσο και εξωτερικής, είναι πραγματικά υπερβολικά μεγάλο, και ο Επιφάνιος Ντουμένκο και οι συν αυτῳ στο σύνολό τους υπόκεινται στον 30ο Αποστολικό κανόνα:

«Εἴ τις ἐπίσκοπος, κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι᾿ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένηται, καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω, καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες» (4ος της Α’ Οικουμενικής, 3ος της Ζ’ Οικουμενικής, 13ος  της ἐν Λαοδικείᾳ)[17].

Ας επανέλθουμε όμως στο κείμενο του Φειδά:

«Διό καί ὑποστηρίζουν τήν «ἔνστασιν» αὐτήν διά κανονικῶς αὐθαιρέτων καί παντελῶς ἀβασίμων πλασματικῶν ἐπιχειρημάτων, ἤτοι ἀφ’ἑνός μέν ὅτι δῆθεν «οἱ σχισματικοί παρέμειναν σχισματικοί», ἀφ’ἑτέρου δέ ὅτι δῆθεν «ὁ ἅπαξ σχισματικός, ἀεί σχισματικός».

Δυστυχώς, και εδώ ο καθηγητής (για να πούμε ευγενικά) υποκρίνεται. Κατά την άποψη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Σερβίας, ο άπαξ σχισματικός, αεί σχισματικός, αλλά έως ότου μετανοήσει.  Από την άποψη του κανονικού δικαίου και της αυθεντικής Ορθοδόξου θεολογίας, «ούτε το αίμα του μαρτυρίου δεν ξεπλένει την αμαρτία του σχίσματος».

Στη συνέχεια ο Φειδάς προχωρεί στην ακόλουθη παρατήρηση:

«Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀγωνίζεται πάντοτε καί διά πάσης δυνατῆς θυσίας διά τήν ἐπιστροφήν τῶν σχισματικῶν εἰς τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος».

Το ερώτημα, εάν πράγματι η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως αγωνίζεται κατ’αυτό τον τρόπο ή μήπως οι πολιτικάντηδες εξ ονόματός της μόνο εικονικά αγωνίζονται; Και τι θυσιάζουν: τα δικά τους συμφέροντα ή τα αλλότρια; Και στη συνέχεια, οι σχισματικοί πράγματι επιστρέφουν στην ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, κάτι το οποίο είναι δυνατό μόνο μέσα από τη μετάνοια, ή μήπως μένουν εκτός αυτής με όλη την αμετανοησία και την υπερηφάνειά τους, κάνοντας απλώς ότι είχαν συμφιλιωθεί με την Εκκλησία; Το τελευταίο ακριβώς και συνέβη το Δεκέμβριο 2018, όταν οι αρχισχισματικοί μετανόησαν καθόλου για τις ενέργειές τους, αλλά έγιναν αποδεκτοί στην κοινωνία, λες και δεν είχε προηγηθεί τίποτε.

Για τον Βλάσιο Φειδά οι Ουκρανοί σχισματικοί, καθώς φαίνεται, καθόλου σχισματικοί είναι. Ιδού, παραθέτουμε ένα δείγμα του δικού του τρόπου σκέπτεσθαι:

«Ὑπό τό πνεῦμα λοιπόν τῆς καθιερωμένης ὀρθοδόξου κανονικῆς παραδόσεως εἶναι σαφές ὅτι τόσον διά τῆς ἀσκήσεως τοῦ κανονικοῦ δικαιώματος τοῦ Ἐκκλήτου ὑπό τοῦ ἡγέτου τῶν μή ἀποδεχθέντων τάς δυναστικάς ἀξιώσεις τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτου Κιέβου Φιλαρέτου πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην, ὅσον καί διά τῆς ἀποδοχῆς αὐτοῦ εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν, μετά τήν καθιερωμένην συνοδικήν ἀξιολόγησιν καί κρίσιν τοῦ ὑποβληθέντος Ἐκκλήτου, ἀποκατεστάθησαν αὐτομάτως εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν, κατά τήν ὁμόφωνον κανονικήν παράδοσιν».

Και πάλι υποκρίνεται ο σεβαστός καθηγητής. Προσπάθειες να ασκήσουν το δικαίωμα εκκλήτου προς τον Κωνσταντινουπόλεως οι Ουκρανικοί σχισματικοί κατέβαλαν ακόμη από το 1992, αλλά μέχρι το Μάιο 2018 η Κωνσταντινούπολη δεν ανταποκρινόταν καθόλου σε όλες αυτές τις προσφυγές. Επιπλέον, σε όλες τις δημόσιες τοποθετήσεις του, τόσο το 1992, όσο και το 2008 κλπ. – ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ισχυριζόταν ότι οι «ιεράρχες» της Ουκρανικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Πατριαρχείου Κιέβου ήταν σχισματικοί. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι επί 26 ολόκληρα χρόνια η Κωνσταντινούπολη εξέταζε τις προσφυγές των Ουκρανών θυμάτων των μεγαλοϊδεατικών αξιώσεων του Πατριαρχείου Μόσχας και «ανέβλεψε» μόλις προ ενός έτους! Διερωτόμαστε: τι συνέβη τα τελευταία χρόνια;  Συνέβη δε το εξής: την τελευταία στιγμή η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας δεν συμμετείχε στην Σύνοδο της Κρήτης και ούτε στήριξε τις μεγαλοϊδεατικές αξιώσεις του Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Εκδικούμενος γι΄αυτά ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ανεγνώρισε τους Ουκρανούς σχισματικούς. Χωρίς να αναφέρουμε ότι το ίδιο του «ζητούσαν» επίμονα οι προστάτες του Φαναρίου από τις ΗΠΑ, από τους οποίους ευρίσκεται σε πλήρη εξάρτηση…

Ακολούθως, αμφισβητούμενο σε μέγιστο βαθμό τυγχάνει το δικαίωμα αποδοχής εκκλήτων προσφυγών (το έκκλητο) του Κωνσταντινουπόλεως από όλη την ανά την οικουμένη Εκκλησία. Οι κανονολόγοι της Κωνσταντινουπόλεως αγωνίζονται  να παρουσιάσουν τον 9ο και τον 17ο κανόνα της ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου έτσι, ώστε δήθεν χορηγούν στον Κωνσταντινουπόλεως το δικαίωμα της απονομής δικαιοσύνης,  και μάλιστα τελεσίδικα, εφ’ όλης της ανά την οικουμένη Εκκλησίας. Όμως, η ερμηνεία ενός τέτοιου κανονολόγου με αρχές όπως ο Ιωάννης ο Ζωναράς αναιρούν εντελώς τις αξιώσεις τους. Επιπροσθέτως, για να μην φαντάζεται κανείς ότι ο Κωνσταντινουπόλεως έχει το απόλυτο δικαίωμα εφ’ όλων των μητροπολιτών, συμπεριλαμβανομένων και εκτός των ορίων του Πατριαρχείου του, θα παραθέσουμε τα εξής από την ερμηνεία του Ζωναρά στον ἐν λόγῳ κανόνα:

«Οὐ γάρ πάντων δέ τῶν μητροπολιτῶν πάντως ὁ Κωνσταντινουπόλεως καθιεῖται δικαστής, ἀλλά τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ. Οὐ γάρ δή καί τούς τῆς Συρίας μητροπολίτας, ἤ τούς τῆς Παλαιστίνης, καί Φοινίκης, ἤ τούς τῆς Αἰγύπτου, ἄκοντας ἑλκύσει δικάσασθαι παρ᾿ αὐτῷ. ἀλλ᾿ οἱ μέν τῆς Συρίας, τῷ τῆς Ἀντιοχείας ὑπόκεινται φόρῳ, οἱ δέ τῆς Παλαιστίνης, τῷ τοῦ Ἱεροσολύμων, οἱ δέ τῆς Αἰγύπτου, παρά τῷ Ἀλεξανδρείας δικάσονται, παρ᾿ ᾧ καί χειροτονοῦνται, καί οἷς περ ὑπόκεινται».

Απορία προκαλεί η διατύπωση του Φειδά:

«ἀποκατεστάθησαν αὐτομάτως εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν, κατά τήν ὁμόφωνον κανονικήν παράδοσιν πάντες οἱ ἀκολουθήσαντες αὐτόν [τον Φιλάρετον – σημ.μετ.] ἀρχιερεῖς, κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί».

Δεν είναι εργοστάσιο η Εκκλησία, και τίποτε εντός αυτής γίνεται «αὐτομάτως». Εάν ο άνθρωπος ουδέποτε ήταν επίσκοπος ή ιερέας, δεν μπορεί να γινεί τέτοιος «αὐτομάτως», με μία μονοκονδυλιά οιουδήποτε. Αυτό ισχύει για όλες τις χειροτονίες, τις οποίες είχε τελέσει ο Φιλάρετος Ντενισένκο, υπό εκκλησιαστικές ποινές και αναθεματισμό τελών. Μάλιστα, σε περίπτωση καθαιρέσεως ή, ακόμη περισσότερο, αφορισμού του επισκόπου από την Εκκλησία, μέχρι τη συνοδική δίκη και την αποκατάσταση αυτού (ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι τούτο θα ήταν εφικτό σε περίπτωση των Ουκρανών επισκόπων), δεν δικαιούται να ιερουργήσει ή πολλῳ μάλλον να χειροτονεί[18]. Σε αυτή την περίπτωση εκπίπτει οριστικά χωρίς να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα αποκαταστάσεως.  Συνεπώς, δεν έχουν καθόλου κανονικότητα όχι μόνο όλες οι χειροτονίες του Φιλαρέτου Ντενισένκο, αλλά και ο ίδιος κατόπιν αυτών απώλεσε το δικαίωμα να αποκατασταθεί οριστικά. Έτσι, έχει απολύτως δίκιο ο Αγιώτατος Πατριάρχης Σερβίας: «Οι σχισματικοί παρέμειναν σχισματικοί» με όλη την υπερηφάνειά τους και όλες τις αξιώσεις, οι οποίες, εν τῳ μεταξύ, διαφάνηκαν αμέσως μετά την ανακοίνωση του Τόμου.

Πολύ χαρακτηριστική είναι και τα ακόλουθα:

«Εἶναι λοιπόν εὐνόητον ὅτι οἱ συντάκται τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τάς ἑπομένας δύο «ἐνστάσεις» αὐτῶν διετύπωσαν ἀκρίτως τήν ὑποκειμενικήν κρίσιν αὐτῶν, ἤτοι ὅτι δέν ἀναγνωρίζουν, ἀφ’ἑνός μέν «τήν καταχρηστικῶς ἀποκληθεῖσαν Ἑνωτικήν Σύνοδον, ἐν ᾗ οὐδείς ἀρχιερεύς τῆς κανονικῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔλαβε μέρος» («τρίτη ἔνστασις»), ἀφ’ἑτέρου δέ «τήν σχισματικήν Ἱεραρχίαν ὡς Ὀρθόδοξον Ἱεραρχίαν, οὐδέ τόν σχισματικόν κλῆρον ὡς ὀρθόδοξον» («τετάρτη ἔνστασις»), διότι ἠκολούθησαν τάς σχισματικάς παρατάξεις. Ἐν τούτοις, οἱ συντάκται τῆς ἀπαντητικῆς Ἐπιστολῆς εἰς τήν «τρίτην ἔνστασιν» παραθεωροῦν σκοπίμως τό γεγονός, ὅτι ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης προσεκάλεσεν εἰς τήν «Ἑνωτικήν Σύνοδον» τόσον τούς 82 ρωσσοφίλους ἀρχιερεῖς, ὅσον καί τούς 62 ὑπερμάχους τῆς αὐτοκεφαλίας ἀρχιερεῖς».

Με άλλα λόγια, η κανονική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία είχε μάλιστα επίσημη αναγνώριση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Μάιο 2018 ὡς η μόνη Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία, κάτω από την πένα του θεολόγου Βλασίου Φειδά μετατρέπεται  κατά τρόπο μαγικό στην παρασυναγωγή των 82 ρωσσόφιλων αρχιερέων και το ζήτημα περί κανονικής υπαγωγής με επιδεξιότητα ταχυδακτυλουργού αντικαθίσταται με το ανύπαρκτο πρόβλημα των πολιτικών και εθνικών προτιμήσεων. Μάλιστα τοποθετούνται οι τελευταίοι στο ίδιο «τσουβάλι» με τους σχισματικούς, η πλειοψηφία των οποίων ουδέποτε είχε ορθή από ιεροκανονικής απόψεως χειροτονία. Και το κυριότερο, εάν οι αρχιερείς της κανονικής Εκκλησίας αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους στην λεγόμενη «Ενωτική σύνοδο», είχαν πολύ σοβαρούς ιεροκανονικούς λόγους, και συγκεκριμένα, η αντικανονικότητα των επισκόπων της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Κιέβου και της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθοδόξου Εκκλησίας, με αποτέλεσμα η «Ενωτική σύνοδος» να καταστεί ανέφικτη και αδιανόητη από ιεροκανονικής απόψεως: δεν υπήρχαν εκείνοι με τους οποίους έπρεπε να ενωθούν, εφόσον η μεγαλύτερη Ορθόδοξη Εκκλησία (με 12 χιλιάδες και πλέον ενορίες) αρνήθηκε να συμμετάσχει. Εκείνο, το οποίο διέπραξε η Κωνσταντινούπολη, είναι δύσκολο να χαρακτηρισθεί άλλο από τη νομιμοποίηση του σχίσματος.

Στη συνέχει ο Βλάσιος Φειδάς αναφέρει:

«Ἐν τούτοις, οἱ 80 ρωσσόφιλοι ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ὑπό τήν πίεσιν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, μετά τήν ἀπόσχισιν τῶν «αὐτοκεφαλιστῶν» ἀρχιερέων (1992), ὡς συνάγεται καί ἐκ τῶν Διπτύχων αὐτῆς, εἶχον ὡς ἀποστολήν νά ἐλέγχουν τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Οὐκρανίας, διό καί ἠρνήθησαν τἠν συμμετοχήν αὐτῶν, κατ’ἐντολήν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, καίτοι, ἄν προσήρχοντο, θά εἶχον τήν πλειοψηφίαν εἰς τήν «Ἑνωτικήν Σύνοδον» τῆς ἤδη αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας».

Το συγκεκριμένο χωρίο σε καλύτερη περίπτωση αποτελεί καρπό μιας παράξενης για ένα τόσο λόγιο άνδρα άγνοιας, σε χειρότερη κακόβουλο ψεύδος. Κατά πρώτον, δεν πρόκειται για 80, αλλά για 90 αρχιερείς. Κατά δεύτερο, δεν εξελέγησαν όλοι μετά το 1992, διότι μερίδα εξ αυτών χειροτονήθηκαν ακόμη προ της Συνόδου Χαρκόβου και όλοι συγκροτούν τη νόμιμη ιεραρχία της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με αναγνώριση από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το 2018.  Κατά τρίτον, περί ποιας πιέσεως του Πατριαρχείου Μόσχας δύναται να μιλήσει κανείς στο χώρο της κυρίαρχης Ουκρανίας, όπου δεν διαθέτει σχεδόν κανένα μέσο για να ενεργήσει σχετικά; Όπως κατέδειξαν τα γεγονότα των δύο διαδηλώσεων Euromaidan το 2004 και το 2014 η Ρωσική πολιτική ηγεσία, σε αντίθεση με την ηγεσία των ΗΠΑ,  δεν διέθετε μοχλούς επιρροής στην κατάσταση (της Κριμαίας εξαιρουμένης), τι τότε να πούμε για το Πατριαρχείο Μόσχας με τις σχετικά μικρές δυνατότητές του; Ο Φειδάς κατηγορεί τους αρχιερείς της Ουκρανικής Εκκλησίας ότι η μόνη αποστολή τους ήταν να «ἐλέγχουν τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας Οὐκρανίας», και εκπλήσσεται διατί δεν προσήλθαν στην «Ενωτική Σύνοδο», όπου θα συγκροτούσαν τη σταθερή πλειοψηφία, ικανή, να προσθέσομε, να ελέγχει τη Σύνοδο. Με αυτό τον τρόπο αυτοελέγχεται και παράλληλα ελέγχει και τη σημερινή θεολογία Κωνσταντινουπόλεως στο σύνολό της, διότι αδυνατεί να φαντασθεί άλλα, από τη φιλαρχία, κίνητρα των ενεργειών των αρχιερέων.

Ἐν κατακλείδι της μελέτης του ο καθηγητής Φειδάς ανακηρύσσει την «κρίση της ιστορίας» επί της Σερβικής Εκκλησίας και της άψογης ιεροκανονικής θέσεώς της στο Ουκρανικό εκκλησιαστικό:

«Ἡ συγκεκριμένη ἀλαζονική Ἐπιστολή θά παραμείνῃ ἐπίσης εἰς τό Ἀρχεῖον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς καί αἱ ὄψιμοι Ἐπιστολιμαῖαι προτάσεις αὐτῶν διά τήν κίνησιν τῆς διαδικασίας πρός ἀποδοχήν δῆθεν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, αἱ ὁποῖαι θά ἀγνοηθοῦν πλήρως εἰς τήν σχετικήν ἐκκλησιαστικήν γραμματείαν».

Μια τέτοια αφελής θριαμβολογία, η οποία συνδέεται με τον ειλικρινή και σεβαστό αυτοθαυμασμό, όχι μόνο δεν περιποιεί τιμή στον πολιό θεολόγο, αλλά καθίσταται ολέθρια για το θρόνο Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος ολοένα και περισσότερο απομονώνεται εντός της Ορθοδοξίας, χάρη στις αντικανονικές πράξεις του, οι οποίες οφείλονται στην  υπερηφάνεια  και την επιθυμία να διαδραματίζει το ρόλο του «Ορθοδόξου Βατικανού» έναντι των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών.

 

Πρωτοδιάκονος Βλαδίμηρος Βασίλικ

25 Ιουλίου 2019

[1] https://orthodoxia.info/news/η-αυτοκεφαλία-της-εκκλησίας-της-ουκρα/

[2] Βλ.: Макарий, митрополит. История Русской Церкви. Т. 6. С. 1450–1470.

[3] Скурат К.Е. История Поместных Церквей. М., 2000.

[4] Епископ Никодим (Милаш). Правила Православной Церкви. Т. 1. С. 293. СПб. 1912.

[5] Βλ.: Желтов Михаил, свящ. Формы поминовения церковных иерархов за Божественной литургией в русской и украинской традиции // Воссоединение Киевской митрополии с Русской Православной Церковью, 1676–1686 гг.: Исследования и документы. / Под общ. ред. митрополита Волоколамского Илариона. М.: ЦНЦ «Православная энциклопедия», 2019. Σ. 484–494.

[6] Публикация текста В.Г. Ченцовой. Перевод Д.Е. Афиногенова. Βλ.: Αυτόθι. Σ. 738, 741.

[7] Πρωτ. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος. Μικρὴ συμβολὴ στὸ διάλογο γιὰ τὸ Οὐκρανικὸ «Αὐτοκέφαλο» (Α΄). Ὑπάγεται ἡ Οὐκρανία στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου; // http://aktines.blogspot.com/2019/01/blog-post_11.html

[8] Φειδά Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ρωσίας. Σ. 273-274. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Πρωτ. Θ. Ζήσης στο πόνημα Τὸ Οὐκρανικὸ Αὐτοκέφαλο. Σ. 79–98.

[9] Φειδά Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ρωσίας. С. 317–318. Του ιδίου. «Ρωσικὴ Ἐκκλησία». ΘΗΕ Т. 10. С. 1055.

[10] Φειδά Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ρωσίας. Σ. 301–304.

[11] Φειδά Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ρωσίας. Σ. 335.

[12] Φειδά Βλ. Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῆς Ρωσίας. Σ. 348–349. Του ιδίου. «Ρωσικὴ Ἐκκλησία». ΘΗΕ Τ. 10. Σ. 1077. Τζωρτζατου Β. Οἱ βασικοὶ θεσμοὶ διοικήσεως τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων, μετὰ ἱστορικῶν ἀνασκοπήσεων. Ἐν Ἀθήναις, 1972. Σ. 177.

[13] Φειδά Βλ. «Ρωσικὴ Ἐκκλησία». ΘΗΕ Τ. 10. Σ 1078.

[14] Цыпин В. А. прот., Петрушко В. И. Архиерейский собор Русской Православной Церкви 31 марта — 5 апреля 1992 г. // Православная энциклопедия. Т. III. С. 552–555.

[15] Петрушко В.И. Денисенко // Православная энциклопедия. Т. XIV. С. 391.

[16] Βλ. ειδικότερα: Василик Владимир, протодиак. Захваты православных храмов на Украине: механизмы рейдерства и перспективы (http://zavtra.ru/blogs/zahvat_hramov).

[17] Никодим Милаш. Правила Православной Церкви. Т. 1. СПб 1912. С. 89.

[18] Βλ. σχετικά: Маркович Константин, протодиак. «Каноны говорят…». Περί ορισμένων κανονικών πτυχών τα «αποδοχής στην κοινωνία» του πρώην μητροπολίτη Φιλαρέτου Ντενισένκο και συν αυτῳ από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως // https://mospat.ru/ru/2019/01/03/news168568/