XV.1. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης διαδραματίζουν στον σύγχρονο κόσμο έναν όλο και αυξανόμενο ρόλο. Η Εκκλησία αντιμετωπίζει με σεβασμό το έργο των δημοσιογράφων, οι οποίοι καλούνται να εξασφαλίσουν στα ευρεία στρώματα της κοινωνίας μια έγκαιρη ενημέρωση για τις εξελίξεις στον κόσμο, προσανατολίζοντας τους στη σημερινή περίπλοκη πραγματικότητα. Ταυτόχρονα είναι σημαντικό να  μη λησμονούμε ότι η ενημέρωση του θεατή και του αναγνώστη δεν πρέπει να θεμελιώνεται μόνο στη σταθερή προσήλωση στην αλήθεια, αλλά και στη φροντίδα για την  ηθική κατάσταση του προσώπου και της κοινωνίας, η οποία περιλαμβάνει την προβολή των θετικών ιδεωδών καθώς και τον αγώνα εναντίον της διάδοσης του κακού, της αμαρτίας και του πάθους. Είναι απαράδεκτη η προπαγάνδα της βίας, της έχθρας και του μίσους, της εθνικής, κοινωνικής και θρησκευτικής διαφοράς όπως επίσης και η αμαρτωλή εκμετάλλευση των ανθρώπινων ενστίκτων μεταξύ άλλων και για εμπορικούς σκοπούς. Τα ΜΜΕ, τα οποία ασκούν τεράστια επιρροή στο ακροατήριο, έχουν μεγάλη ευθύνη για την ανατροφή των ανθρώπων και ιδιαίτερα των εφήβων. Οι δημοσιογράφοι και οι διευθυντές των ΜΜΕ οφείλουν να θυμούνται αυτή την υποχρέωσή τους.

XV.2. Η διαφωτιστική, η εκπαιδευτική, και η ειρηνευτική αποστολή της Εκκλησίας στην κοινωνία δημιουργεί κίνητρα για τη συνεργασία με τα κοσμικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία είναι ικανά να κομίζουν το μήνυμά της σε διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας. Ο Απόστολος Πέτρος καλεί τους χριστιανούς να είναι: «ἕτοιμοι δὲ ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου» (Α Πετ. 3. 15). Κάθε ιερέας ή λαϊκός καλείται να αντιμετωπίζει με τη δέουσα προσοχή τις επαφές του με τα κοσμικά ΜΜΕ με σκοπό την εκπλήρωση του ποιμαντικού και του διαφωτιστικού έργου, όπως επίσης και για να προκαλέσει το ενδιαφέρον της κοσμικής κοινωνίας για τις διάφορες πλευρές της εκκλησιαστικής ζωής και του χριστιανικού πολιτισμού. Ταυτόχρονα πρέπει να επιδείξουν σοφία, ευθύνη και επιφυλακτικότητα, έχοντας υπόψη τη θέση του συγκεκριμένου ΜΜΕ απέναντι στην πίστη και την Εκκλησία, τον ηθικό προσανατολισμό του ΜΜΕ, την κατάσταση των σχέσεων της Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας με το ένα ή το άλλο όργανο ενημέρωσης.  Οι ορθόδοξοι λαϊκοί μπορούν να εργάζονται σε κοσμικά ΜΜΕ και στη διάρκεια της εργασίας τους καλούνται να είναι κήρυκες και εφαρμοστές των χριστιανικών ηθικών ιδεωδών. Στην περίπτωση, κατά την οποία δημοσιογράφοι που δημοσιεύουν υλικό που διαφθείρει τις ανθρώπινες ψυχές ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τότε θα πρέπει να υποστούν κανονικές κυρώσεις.

Στα πλαίσια κάθε είδους ΜΜΕ (έντυπα, ραδιόφωνο, κομπιούτερ) η Εκκλησία τόσο μέσα από τα επίσημα ιδρύματά της, όσο και μέσα από ιδιωτικές πρωτοβουλίες των κληρικών και των λαϊκών, διαθέτει τα δικά της μέσα ενημέρωσης, τα οποία έχουν την ευλογία της Ιεραρχίας. Ταυτόχρονα η Εκκλησία συνεργάζεται με τα κοσμικά ΜΜΕ μέσα από τα ιδρύματα και τους νόμιμους αντιπροσώους της. Αυτή η συνεργασία πραγματοποιείται τόσο με τη δημιουργία εντός των κοσμικών ΜΜΕ ιδιαίτερων μορφών παρουσίας της Εκκλησίας (ειδικά ένθετα εφημερίδων και περιοδικών, ιδιαίτερες στήλες, σειρές τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών, ρουμπρίκες), όσο και εκτός αυτών (ξεχωριστά άρθρα, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, συνεντεύξεις, συμμετοχή σε διάφορες μορφές δημόσιων διαλόγων και συζητήσεων, συμβουλευτική βοήθεια στους δημοσιογράφους, διάδοση μεταξύ τους ειδικά προετοιμασμένων πληροφοριών, παραχώρηση υλικών βοηθητικού χαρακτήρα και δυνατότητας λήψεως ακουστικού και εποπτικού υλικού [βιντεοσκόπηση, ηχογράφηση, αναπαραγωγή]).

Η συνεργασία της Εκκλησίας με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης προϋποθέτει την αμοιβαία ευθύνη. Οι πληροφορίες που διατίθενται στο δημοσιογράφο και στη συνέχεια μεταφέρονται από αυτόν στο ακροατήριο πρέπει να είναι αξιόπιστες. Οι απόψεις των κληρικών ή άλλων εκπροσώπων της Εκκλησίας που διαδίδονται μέσα από τα ΜΜΕ πρέπει να ανταποκρίνονται στη διδασκαλία και στη θέση της πάνω σε κοινωνικά θέματα. Σε περίπτωση διατύπωσης μιας αποκλειστικά προσωπικής γνώμης, αυτό πρέπει να δηλωθεί ρητά τόσο από το πρόσωπο που κάνει δήλωση στα ΜΜΕ, όσο και από τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη μεταφορά αυτής της γνώμης στο ακροατήριο. Η συνεργασία μεταξύ των κληρικών και των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και των κοσμικών ΜΜΕ πρέπει να αναπτύσσεται υπό την καθοδήγηση των εκκλησιαστικών αρχών, όταν πρόκειται για την κάλυψη των εξελίξεων σε εκκλησιαστικό επίπεδο, και από την καθοδήγηση των επαρχιακών αρχών, όταν πρόκειται για τη συνεργασία με τα ΜΜΕ σε περιφερειακό επίπεδο και σχετίζεται με την κάλυψη της ζωής της επαρχίας.

XV.3. Στην πορεία των σχέσεων της Εκκλησίας και των κοσμικών ΜΜΕ μπορούν να προκύψουν επιπλοκές ή ακόμα και σοβαρές διαφορές. Συγκεκριμένα αυτά τα προβλήματα μπορούν να ανακύψουν λόγω ανακριβών ή διαστρεβλωμένων πληροφοριών για την εκκλησιαστική ζωή, εξαιτίας της τοποθέτησης αυτής σε άσχετα πλαίσια, της σύγχυσης της προσωπικής θέσης του αρθρογράφου ή του προσώπου στο οποίο παραπέμπει με τη γενική εκκλησιαστική θέση. Οι σχέσεις της Εκκλησίας με τα κοσμικά ΜΜΕ ενίοτε αμαυρώνονται λόγω των ίδιων των κληρικών ή λαϊκών σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης άρνησης σε δημοσιογράφους στην πρόσβαση στις πληροφορίες, της νοσηρής αντίδρασης κατά της σωστής και κόσμιας κριτικής. Παρόμοια ζητήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται σε πνεύμα ειρηνικού διαλόγου με σκοπό την απομάκρυνση των παρεξηγήσεων και τη συνέχιση της συνεργασίας.

Ταυτόχρονα εμφανίζονται και βαθύτερες συγκρούσεις για θέματα αρχών μεταξύ της Εκκλησίας και των κοσμικών ΜΜΕ. Αυτό συμβαίνει σε περίπτωση βλασφημίας του ονόματος του Θεού, όπως και άλλων ειδών βλασφημίας, της συστηματικής παραπληροφόρησης της εκκλησιαστικής ζωής, της συνειδητής συκοφάντισης της Εκκλησίας και των λειτουργών της. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων διαφορών η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή (σε σχέση με τα κεντρικά ΜΜΕ) ή ο επαρχιούχος Ιεράρχης (σε σχέση με τα περιφερειακά και τοπικά ΜΜΕ) μπορούν, κατόπιν σχετικής προειδοποίησης και τουλάχιστον μετά από μια προσπάθεια να προσέλθουν στο διάλογο, να προβούν στις εξής ενέργειες: να παύσουν κάθε σχέση με το συγκεκριμένο ΜΜΕ ή τον συγκεκριμένο δημοσιογράφο, να καλέσουν τους πιστούς να μποϊκοτάρουν το συγκεκριμένο ΜΜΕ, να καταφύγουν στη δικαιοσύνη για την επίλυση της διαφοράς, να επιβάλουν κανονικές κυρώσεις στους ένοχους αμαρτωλών πράξεων, εάν αυτοί είναι ορθόδοξοι χριστιανοί. Οι ενέργειες αυτές πρέπει να είναι στοιχειοθετημένες, ενώ θα πρέπει να υπάρξει και η σχετική πληροφόρηση του ποιμνίου και της κοινωνίας.