XII.1. Τόσο η ραγδαία εξέλιξη των βιοηθικών τεχνολογιών, οι οποίες εισέρχονται ενεργά στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου από τη γέννηση έως το θάνατο, όσο και η αποτυχία διαμόρφωσης μιας συγκεκριμένης στάσης πάνω σε ηθικά ζητήματα που ανακύπτουν στα πλαίσια της παραδοσιακής ιατρικής βιοηθικής, προβληματίζουν σοβαρά τη σύγχρονη κοινωνία.  Οι προσπάθειες των ανθρώπων να θέσουν εαυτούς στη θέση του Θεού, τροποποιώντας και «βελτιώνοντας» το δημιούργημα Αυτού, μπορούν να δημιουργήσουν στην ανθρωπότητα νέα προβλήματα και δυστυχίες. Η εξέλιξη των βιοϊατρικών τεχνολογιών προηγείται σημαντικά της κατανόησης των ενδεχόμενων πνευματικών, ηθικών και κοινωνικών συνεπειών της ανεξέλεγκτης  χρήσης αυτών πράγμα, το οποίο δεν μπορεί παρά να προκαλέσει τον έντονο ποιμαντικό προβληματισμό της Εκκλησίας. Κατά τη διατύπωση της γνώμης της στα ευρέως συζητούμενα στο σύγχρονο κόσμο προβλήματα βιοηθικής και πρωτίστως εκείνων από αυτά, τα οποία συνδέονται με την άμεση επίδραση στον άνθρωπο, η Εκκλησία βασίζεται στις αποκαλυμμένες από τον Θεό αντιλήψεις σχετικά με τη ζωή ως το ανεκτίμητο Θείο δώρο, την αναφαίρετη ελευθερία και τη θεοειδή αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου, το οποίο καλείται  «ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φλπ. 3. 14), στην επίτευξη της τελειότητας του Ουράνιου Πατέρα (Μτθ. 5. 48) και στην θεοποίηση, δηλαδή στη μετοχή στη Θεία φύση (Β Πετ. 1. 4).

XII.2. Από τους αρχαιότερους χρόνους η Εκκλησία αντιμετωπίζει την προμελετημένη διακοπή της εγκυμοσύνης (έκτρωση) ως μια βαριά αμαρτία. Οι ιεροί κανόνες ταυτίζουν την έκτρωση με το φόνο. Στη βάση αυτής της εκτίμησης ευρίσκεται η πεποίθηση ότι, η γένεση ενός ανθρώπινου πλάσματος αποτελεί Θείο δώρο και για το λόγο αυτό οποιαδήποτε επιβουλή κατά της ζωής της μέλλουσας ανθρώπινης προσωπικότητας είναι έγκλημα.

Ο ψαλμωδός περιγράφει την ανάπτυξη του καρπού στην μητρική κοιλία ως μια δημιουργική πράξη του Θεού: «ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου, Κύριε, ἀντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου… οὐκ ἐκρύβη τὸ ὀστοῦν μου ἀπὸ σοῦ, ὃ ἐποίησας ἐν κρυφῇ, καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς·  τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου» (Ψαλ. 138. 13,15-16). Το ίδιο επιβεβαιώνει ο Ιώβ όταν αναφέρεται στον Θεό: «αἱ χεῖρές σου ἔπλασάν με καὶ ἐποίησάν με, μετὰ ταῦτα μεταβαλών με ἔπαισας… ἦ οὐχ ὥσπερ γάλα με ἤμελξας, ἐτύρωσας δέ με ἴσα τυρῷ; δέρμα δὲ καὶ κρέας με ἐνέδυσας, ὀστέοις δὲ καὶ νεύροις με ἐνεῖρας. ζωὴν δὲ καὶ ἔλεος ἔθου παρ᾿ ἐμοί, ἡ δὲ ἐπισκοπή σου ἐφύλαξέ μου τὸ πνεῦμα…ἐκ κοιλίας με ἐξήγαγες» (Ιώβ 10. 8-12,18). «πρὸ τοῦ σε ἐξελθεῖν ἐκ μήτρας ἡγίακά σε» (Ιερ. 1. 6), είπε ο Κύριος στον Ιερεμία. «Μη φονεύεις το μωρό προκαλώντας την αποβολή», αυτό το πρόσταγμα ευρίσκεται ανάμεσα στις σπουδαιότερες εντολές του Θεού στη «Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων», ένα από τα αρχαιότερα μνημεία της χριστιανικής γραμματείας.  «Μια γυναίκα η οποία έκανε αποβολή είναι φόνισσα και θα δώσει λόγο στον Θεό… Διότι το έμβρυο στην κοιλία είναι ένα ζωντανό πλάσμα, το οποίο φροντίζει ο Θεός», ανέφερε ο απολογητής του 2 αιώνα Αθηναγόρας. «Όποιος μέλλει να γίνει άνθρωπος είναι ήδη άνθρωπος», ισχυριζόταν ο Τερτυλλιανός στο μεταίχμιο 2 και 3 αι. «Αυτή που απώλεσε εκ προμελέτης τον καρπό της κοιλίας της υφίσταται την καταδίκη για φόνο… Όσοι παρέχουν φάρμακα για την αποβολή του συλληφθέντος στην κοιλία είναι ανθρωποκτόνοι, όπως και αυτοί που δέχονται τα παιδοκτόνα φαρμάκια», αναφέρεται στο 2 και στον 8 κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, που περιλαμβάνονται στο Πηδάλιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και επαναβεβαιώθηκαν από τον 91 κανόνα της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου.  Ταυτόχρονα ο Μέγας Βασίλειος διευκρινίζει ότι η βαρύτητα της ενοχής δεν εξαρτάται από τη διάρκεια της εγκυμοσύνης: «Δεν διακρίνουμε μεταξύ του διαμορφωθέντος καρπού και του αδιαμόρφωτου». Ο Ιερός Χρυσόστομος χαρακτηρίζει όσους προχωρούν σε έκτρωση «χειρότερους ακόμα και από τους ανθρωποκτόνους».

Η Εκκλησία θεωρεί την ευρεία διάδοση και τη δικαιολογία των εκτρώσεων στη σύγχρονη κοινωνία ως απειλή  για το μέλλον της ανθρωπότητας και φανερό δείγμα της ηθικής κατάπτωσης. Η πιστή τήρηση της βιβλικής και της πατερικής διδασκαλίας για την ιερότητα και το ανεκτίμητο της ανθρώπινης ζωής από την αρχή είναι ασυμβίβαστη με την αναγνώριση της «ελευθερίας επιλογής» για τη γυναίκα στη διαχείριση της μοίρας του καρπού της. Εκτός αυτών η έκτρωση ελλοχεύει ένα σοβαρό κίνδυνο για την σωματική και την ψυχική υγεία της μητέρας. Η Εκκλησία θεωρεί πάντα ως καθήκον της την υπεράσπιση των πλέον ευαίσθητων και εξαρτημένων ανθρώπινων πλασμάτων που είναι τα αγέννητα μωρά. Σε καμία περίπτωση η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δύναται να παραχωρήσει την ευλογία της για τη διάπραξη έκτρωσης. Χωρίς να απορρίπτει τις γυναίκες που προχώρησαν σε εκτρώσεις η Εκκλησία τις καλεί σε μετάνοια και στην υπέρβαση των επιζήμιων συνεπειών της αμαρτίας μέσω της προσευχής και της άσκησης του επιτιμίου με την μετέπειτα συμμετοχή στα σωτηριώδη Μυστήρια. Σε περιπτώσεις όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τη ζωή της μητέρας  εάν συνεχισθεί η εγκυμοσύνη, ιδιαίτερα εάν έχει και άλλα παιδιά, στην ποιμαντική πράξη συνίσταται η επίδειξη της συγκατάβασης. Η γυναίκα που διέκοψε την εγκυμοσύνη υπό αυτές τις περιπτώσεις δεν στερείται την ευχαριστιακή κοινωνία, όμως αυτή η κοινωνία προϋποθέτει την άσκηση από αυτή του προσωπικού επιτιμίου της προσευχής, το οποίο προσδιορίζεται από τον ιερέα που δέχεται την εξομολόγησή της. Ο αγώνας κατά των εκτρώσεων, στις οποίες οι γυναίκες προχωρούν λόγω της έσχατης υλικής ανάγκης και της αδυναμίας, απαιτεί από την Εκκλησία και την κοινωνία την λήψη δραστήριων μέτρων για την προστασία της μητρότητας, όπως και την παροχή των προϋποθέσεων για την υιοθέτηση των παιδιών, των οποίων η μητέρα για κάποιο λόγο αδυνατεί να εξασφαλίσει την ανατροφή αυτών μόνη της.

Η ευθύνη για την αμαρτία του φόνου του αγέννητου μωρού έχει μαζί με τη μητέρα και ο πατέρας, σε περίπτωση που δίνη τη συγκατάθεση του για την έκτρωση. Εάν η έκτρωση διαπράχθηκε από τη γυναίκα χωρίς τη συγκατάθεση του άνδρα, αυτό δύναται να αποτελεί βάση για διαζύγιο (πρβλ. X.3). Η αμαρτία βαρύνει τη ψυχή και του γιατρού που διαπράττει την άμβλωση. Η Εκκλησία καλεί την Πολιτεία να αναγνωρίσει το δικαίωμα των λειτουργών του υγειονομικού συστήματος να αρνούνται τη διάπραξη των αμβλώσεων για λόγους συνείδησης. Είναι αδύνατο να αναγνωρισθεί ως ομαλή η κατάσταση όταν η νομική ευθύνη του ιατρού για τον θάνατο της μητέρας είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη από την ευθύνη για την απώλεια του καρπού, πράγμα το οποίο προκαλεί τους ιατρούς και μέσω αυτών και τους ασθενείς να προχωρήσουν σε έκτρωση. Ο ιατρός πρέπει να επιδεικνύει τη μέγιστη ευθύνη για τη διάγνωση που κάνει και η οποία δύναται να ωθήσει τη γυναίκα στη διακοπή της εγκυμοσύνης. Ταυτόχρονα ένας πιστός ιατρός  πρέπει να συγκρίνει επισταμένως τις ιατρικές ενδείξεις με τις προσταγές της χριστιανικής συνείδησης.

XII.3. Επίσης πρέπει να αξιολογηθεί από την θρησκευτική και ηθική άποψη το θέμα της αντισύλληψης. Ορισμένα αντισυλληπτικά έχουν αμβλωτική ιδιότητα και διακόπτουν τη ζωή του εμβρύου σε πρώιμες φάσεις.   Για αυτό το λόγο ισχύουν και σε αυτές τις περιπτώσεις οι κρίσεις στο ίδιο βαθμό όπως και περί των εκτρώσεων. Ενώ άλλα μέσα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την ανακοπή της ήδη συλληφθείσης ζωής, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ταυτιστούν με την έκτρωση. Προσδιορίζοντας τη στάση τους απέναντι σε μη αμβλωτικά μέσα αντισύλληψης το χριστιανικό ζεύγος πρέπει να θυμάται ότι ένα από τους βασικούς σκοπούς της θεοσύστατης συζυγικής ένωσης αποτελεί η συνέχεια του ανθρώπινου γένους (πρβλ. Х.4). Σκόπιμη άρνηση της τεκνοποιίας για εγωιστικούς λόγους υποτιμά το γάμο και είναι αδιαμφισβήτητα αμαρτία.

Ταυτόχρονα οι σύζυγοι έχουν ευθύνη ενώπιον του Θεού για την πλήρη ανατροφή των παιδιών. Ένας τρόπος υλοποίησης της υπεύθυνης αντιμετώπισης της γεννήσεως αυτών είναι η αποχή από τις σαρκικές σχέσεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.  Άλλωστε, πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου που απευθύνονται στους χριστιανούς συζύγους: «Μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρὸν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν» (Α Κορ. 7. 5). Είναι φανερό ότι η απόφαση που λαμβάνουν οι σύζυγοι σε αυτόν τον τομέα πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας και με τη συμβουλή του πνευματικού τους. Ο τελευταίος πρέπει με επιφύλαξη ως ποιμένας να λαμβάνει υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες ζωής του ζεύγους, την ηλικία, την υγεία, το βαθμό της πνευματικής τους ωρίμανσης και πολλές άλλες πτυχές, διακρίνοντας αυτούς οι οποίοι μπορούν να «ανθέξουν» τις υψηλές απαιτήσεις της εγκράτειας από τους εκείνους στους οποίους «ου δέδοται» (Ματθ. 19. 11), έχοντας ως κύριο μέλημα τη τήρηση και την ενίσχυση της οικογένειας.

Στην απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της 28ης Δεκεμβρίου 1998  υποδεικνύεται στους ιερείς που υπηρετούν ως πνευματικοί το «απαράδεκτο του εξαναγκασμού ή της προτροπής του ποιμνίου παρά τη θέληση τους να… απέχουν από τις συζυγικές σχέσεις μέσα στο γάμο», καθώς και υπενθυμίζεται η ανάγκη «να διατηρήσουν μια ιδιαίτερη ακεραιότητα και ποιμαντική επιφύλαξη όταν συζητούν με το ποίμνιο τους θέματα, τα οποία αναφέρονται σε αυτές ή άλλες πτυχές της οικογενειακής ζωής των τελευταίων».

XII.4. Η χρήση των νέων βιοηθικών μεθόδων σε πολλές περιπτώσεις επιτρέπει την αντιμετώπιση της ασθένειας της στειρότητας. Ταυτόχρονα η όλο και πιο διευρυνόμενη τεχνολογική επέμβαση στη διαδικασία της δημιουργίας της ανθρώπινης ζωή παρουσιάζει απειλή για την πνευματική ακεραιότητα και τη σωματική υγεία του προσώπου. Κινδυνεύουν επίσης και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, στις οποίες ανέκαθεν βασίζεται η κοινωνία. Με την ανάπτυξη των προαναφερομένων τεχνολογιών  συνδέεται επίσης και η διάδοση της ιδεολογίας των λεγόμενων αναπαραγωγικών δικαιωμάτων, που προπαγανδίζονται σήμερα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Το παρόν σύστημα των απόψεων προϋποθέτει την προτεραιότητα της σεξουαλικής και της κοινωνικής πραγμάτωσης του προσώπου εις βάρος της φροντίδας για το μέλλον του παιδιού, για την πνευματική και τη σωματική υγεία της κοινωνίας και για την ηθική βάση αυτής. Βαθμιαίως η ανθρώπινη ζωή στον κόσμο αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως ένα προϊόν, το οποίο γίνεται αντικείμενο επιλογής σύμφωνα με τις προτεραιότητες του καθενός και αντικείμενο διάθεσης στο ίδιο βαθμό με τις υλικές αξίες.

Στις προσευχές της τελετής του γάμου η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την πίστη της στο ότι η τεκνοποιία είναι καρπός ενός έννομου γάμου, όχι όμως και ο μοναδικός του σκοπός. Μαζί με τον «καρπό της κοιλίας προς χρείαν» για τους συζύγους ζητούνται τα δώρα της διαχρονικής αμοιβαίας αγάπης, της σωφροσύνης, της «ομοφωνίας ψυχών τε και σωμάτων». Για το λόγο αυτό η Εκκλησία αδυνατεί να δικαιολογήσει ηθικά τους τρόπους της τεκνοποιίας, οι οποίοι διαφωνούν με το σχέδιο του Δημιουργού. Εάν ο άνδρας ή η γυναίκα αποδεικνύονται ανίκανοι για τη σύλληψη του παιδιού, ενώ οι θεραπευτικές και οι χειρουργικές μέθοδοι δε βοηθούν τους συζύγους, πρέπει με ταπείνωση να δεχθούν τη στειρότητά τους ως μια ιδιαίτερη κλίση της ζωής τους. Οι ποιμαντικές συστάσεις σε παρόμοιες περιστάσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο της υιοθέτησης του παιδιού κατόπιν της αμοιβαίας συμφωνίας των συζύγων. Μεταξύ των αποδεκτών μέσων της ιατρικής περίθαλψης μπορεί να αναφερθεί η τεχνητή γονιμοποίηση με γεννητικά κύτταρα του άνδρα διότι δεν αλλοιώνει την ακεραιότητα του γάμου, δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη φυσιολογική σύλληψη και πραγματοποιείται στα πλαίσια των συζυγικών σχέσεων.

Οι δε μεταχειρίσεις που σχετίζονται με τις δωρεές των γεννητικών κυττάρων αλλοιώνουν την ακεραιότητα του προσώπου και την αποκλειστικότητα των συζυγικών σχέσεων, επιτρέποντας την εισχώρηση τρίτων. Εκτός των άλλων αυτή η πρακτική ενθαρρύνει την ανεύθυνη πατρότητα ή μητρότητα, οι οποίες εκ των προτέρων αποδεσμεύονται από τις υποχρεώσεις απέναντι σε όσους είναι «σάρξ εκ της σαρκός» των ανώνυμων δωρητών. Η χρήση του υλικού των δωρητών υποσκάπτει τις αρχές των οικογενειακών σχέσεων διότι προϋποθέτει την ύπαρξη εκτός από τους «κοινωνικούς» ακόμα και τους λεγόμενους  βιολογικούς γονείς στα παιδιά. H «παρένθετη μητρότητα», δηλαδή η κυοφορία του γονιμοποιημένου ωαρίου από τη γυναίκα, η οποία μετά το τοκετό παραδίνει το παιδί σε αυτούς που το «παράγγειλαν» είναι παρά φύση και ηθικά απαράδεκτη, ακόμα και σε περιπτώσεις όταν αυτό πραγματοποιείται ανιδιοτελώς. Αυτή η μέθοδος προϋποθέτει την καταστροφή της βαθιάς συναισθηματικής και πνευματικής εγγύτητας που διαμορφώνεται μεταξύ της μητέρας και του μωρού ήδη στο διάστημα της εγκυμοσύνης. Η «παρένθετη μητρότητα» τραυματίζει τόσο την φέρουσα, τα μητρικά συναισθήματα της οποίας καταπατούνται, όσο και το παιδί, το οποίο στη συνέχεια δύναται να υποφέρει από μια κρίση αυτοσυνείδησης. Ηθικά απαράδεκτες από την ορθόδοξη άποψη είναι επίσης και όλες οι μορφές της εξωσωματικής γονιμοποίησης που προϋποθέτει τη συλλογή, τη συντήρηση και τη σκόπιμη καταστροφή των «περιττών» εμβρύων. Η ηθική αξιολόγηση της έκτρωσης, η οποία αποδοκιμάζεται από την Εκκλησία, βασίζεται ακριβώς στην αναγνώριση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (πρβλ. ХII.2).

Η γονιμοποίηση των μοναχικών γυναικών με τη χρήση των γεννητικών κυττάρων των δωρητών ή πραγμάτωση των «αναπαραγωγικών δικαιωμάτων» των μοναχικών ανδρών καθώς επίσης και των προσώπων με μη συμβατικό σεξουαλικό προσανατολισμό στερεί το μελλοντικό παιδί από την μητέρα και τον πατέρα.  Η εφαρμογή των αναπαραγωγικών μεθόδων εκτός του πλαισίου της ευλογημένης από τον Θεό οικογένειας καθίσταται μια μορφή θεομαχίας, η οποία πραγματοποιείται με πρόσχημα την λανθασμένα ερμηνευμένη προστασία της αυτονομίας του ανθρώπου και της ελευθερίας του προσώπου.

XII.5. Οι κληρονομικές παθήσεις αποτελούν την πλειοψηφία του συνόλου των ανθρώπινων ασθενειών. Η εξέλιξη των ιατρικών και γενετικών μεθόδων διάγνωσης και θεραπείας δύναται να συμβάλει στην αποτροπή αυτών των ασθενειών και στην ανακούφιση του πόνου σε πολλούς ανθρώπους. Όμως είναι σημαντικό να μη λησμονούμε ότι οι γενετικές διαταραχές αποτελούν συχνά το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από τις ηθικές αρχές, του ανήθικου τρόπου ζωής με συνέπεια να πάσχουν ακόμα και οι απόγονοι. Η αμαρτωλή διαφθορά της ανθρώπινης φύσης νικιέται με πνευματικές προσπάθειες. Όμως σε περίπτωση, κατά την οποία στη ζωή των απογόνων επικρατεί όλο και περισσότερο η αμαρτία, τότε εκπληρώνονται τα λόγια της Αγίας Γραφής: «Γενεᾶς γὰρ ἀδίκου χαλεπὰ τὰ τέλη» (Σοφ. Σολ. 3. 19). Και αντίθετα: «Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα· δυνατὸν ἐν τῇ γῇ ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ, γενεὰ εὐθέων εὐλογηθήσεται» (Ψαλ. 111. 1-2). Επομένως οι έρευνες στον τομέα της γενετικής διαπιστώνουν τους πνευματικούς νόμους, οι οποίοι πριν από πολλούς αιώνες αποκαλύφθηκαν στην ανθρωπότητα μέσα στο λόγο του Θεού.

Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον των ανθρώπων πάνω στις ηθικές αιτίες των ασθενειών η Εκκλησία χαιρετίζει ταυτόχρονα τις προσπάθειες των ιατρών που στρέφονται προς τη θεραπεία των κληρονομικών παθήσεων. Όμως ως σκοπός της γενετικής παρέμβασης δεν πρέπει να τίθεται η τεχνητή «τελειοποίηση» του ανθρώπινου γένους και η παρέμβαση στο θείο σχέδιο για τον άνθρωπο. Για αυτό το λόγο η γενετική θεραπεία δύναται να πραγματοποιείται μόνο κατόπιν συγκατάθεσης του ασθενούς ή των νόμιμων αντιπροσώπων αυτού και αποκλειστικά για ιατρικούς λόγους. Η γενετική θεραπεία των γεννητικών κυττάρων είναι άκρως επικίνδυνη, διότι σχετίζεται με την τροποποίηση του γονιδίου (του συνόλου των κληρονομικών χαρακτηριστικών) σε μια σειρά γενεών, πράγμα το οποίο δύναται να οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες με τη μορφή νέων μεταβολών και της αποσταθεροποίησης της ισορροπίας μεταξύ της ανθρώπινης κοινωνίας και του περιβάλλοντος.

Οι επιτυχίες στην αποκρυπτογράφηση του γενετικού κώδικά δημιουργούν τις πραγματικές προϋποθέσεις για μια ευρεία γενετική εξέταση, με σκοπό τη λήψη στοιχείων για την φυσιολογική μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου καθώς και για την προδιάθεσή του προς τις συγκεκριμένες ασθένειες. Η δημιουργία της «γενετικής ταυτότητας» καθώς και η λογική χρήση των ληφθέντων στοιχείων, θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην έγκαιρη διόρθωση των ενδεχομένων ασθενειών του συγκεκριμένου ανθρώπου. Όμως υφίσταται ο πραγματικός κίνδυνος της κατάχρησης των γενετικών στοιχείων όταν αυτά μπορούν να γίνουν αφορμή διάφορων μορφών διάκρισης. Επιπλέον, η κατοχή πληροφοριών σχετικών με την κληρονομική προδιάθεση προς τις βαριές ασθένειες δύναται να μετατραπεί σε ένα αφόρητο ψυχικό φορτίο. Για αυτό το λόγο η γενετική ταυτοποίηση και η γενετική εξέταση μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με βάση το σεβασμό της ελευθερίας του προσώπου. 

Διπλό χαρακτήρα έχουν επίσης και οι μέθοδοι του προγεννητικού ελέγχου, που επιτρέπουν τον εντοπισμό της κληρονομικής πάθησης στις πρώιμες φάσεις της ανάπτυξης του εμβρύου. Ορισμένες από αυτές τις μεθόδους μπορούν να αποτελέσουν απειλή για το βίο και την ακεραιότητα του εξεταζόμενου εμβρύου ή καρπού. Η διαπίστωση της ανίατης ή δυσθεράπευτης γενετικής ασθένειας γίνεται συχνά αφορμή για τη διακοπή της συλληφθείσης ζωής, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όταν στους γονείς ασκείται η σχετική πίεση. Ο προγεννητικός έλεγχος δικαιολογείται ηθικά εάν αποσκοπεί στη θεραπεία των εντοπισμένων ασθενειών σε όσο το δυνατόν περισσότερο πρώιμες φάσεις όπως επίσης και στην προετοιμασία των γονέων για την ιδιαίτερη φροντίδα του άρρωστου παιδιού. Κάθε άνθρωπος ανεξάρτητα από τις ασθένειές του, έχει δικαίωμα στη ζωή, στην αγάπη και στη φροντίδα. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή ο Ίδιος ο Θεός  είναι «ἀντιλήπτωρ ἀσθενούντων» (Ιουδίθ 9. 11). Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει ότι «δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων» (Πραξ. 20. 35; Α Θες. 5. 14) και παρομοιάζοντας την Εκκλησία με ανθρώπινο σώμα υποδεικνύει ότι «τὰ δοκοῦντα μέλη τοῦ σώματος ἀσθενέστερα ὑπάρχειν ἀναγκαῖά ἐστι» ενώ τα ατελέστερα «εὐσχημοσύνην περισσοτέραν ἔχει» (Α Κορ. 12. 22,24). Είναι εντελώς απαράδεκτη η χρήση μεθόδων προγεννητικού ελέγχου με σκοπό την επιλογή από τους γονείς του επιθυμητού φύλου του μέλλοντος παιδιού.

XII.6. Οι προσπάθειες των επιστημόνων για την κλωνοποίηση (δηλ. της δημιουργίας γενετικών αντιγράφων) των ζώων θέτουν το ζήτημα της αποδοχής και των ενδεχόμενων συνεπειών από μια πιθανή κλωνοποίηση του ανθρώπου. Η υλοποίηση αυτής της ιδέας ευρίσκει αντίθετους πολλούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και μπορεί να αποβεί καταστροφική για την κοινωνία. Η κλωνοποίηση, περισσότερο ακόμα και από αυτές τις αναπαραγωγικές τεχνολογίες, προσφέρει τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του γενετικού στοιχείου του προσώπου και συμβάλλει στην περαιτέρω υποτίμηση αυτού. Ο άνθρωπος δεν δικαιούται να διεκδικεί το ρόλο του δημιουργού ομοίων με αυτόν πλασμάτων ή να επιλέγει τις γενετικές προδιαγραφές για αυτά, προσδιορίζοντας τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά σύμφωνα με την δική του κρίση. Το σχέδιο για την κλωνοποίηση αποτελεί αναμφισβήτητα μια πρόκληση για την ίδια την ανθρώπινη φύση, την έμφυτη στον άνθρωπο εικόνα του Θεού, το αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι η ελευθερία και η μοναδικότητα του προσώπου. Η «μαζική αναπαραγωγή» ανθρώπων με προγραμματισμένα χαρακτηριστικά μπορεί να αποτελέσει το όραμα μόνο των οπαδών ολοκληρωτικών ιδεολογιών.

Η κλωνοποίηση του ανθρώπου δύναται να διαστρεβλώσει τις φυσικές αρχές της τεκνοποιίας, των συγγενικών δεσμών, της μητρότητας και της πατρότητας. Ένα παιδί μπορεί να γίνει αδελφή της μητέρας του, αδελφός του πατέρα ή κόρη του παππού. Άκρως επικίνδυνές αποδεικνύονται και οι ψυχολογικές συνέπειες της κλωνοποίησης. Ένας άνθρωπος, που γεννήθηκε ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, μπορεί να αισθάνεται τον εαυτό του όχι ως ένα αυτοτελές πρόσωπο αλλά μόνο ένα «αντίγραφο» κάποιων από τους σύγχρονους ή παλαιότερους ανθρώπους. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι πιθανές «παρενέργειες» των πειραμάτων κλωνοποίησης του ανθρώπου μπορούν να αποτελέσουν οι πολλαπλές ανολοκλήρωτες ζωές ή, μάλλον, η γέννηση μεγάλου αριθμού μη βιώσιμων απογόνων. Ταυτόχρονα η κλωνοποίηση των απομονωμένων κυττάρων και ιστών του οργανισμού δεν αποτελεί επιβολή εναντίον της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι χρήσιμη στην βιολογική και ιατρική πρακτική.

XII.7. Η σύγχρονη μεταμόσχευση (θεωρία και πράξη της μεταμόσχευσης των οργάνων και ιστών) εξασφαλίζει την παροχή της έμπρακτης βοήθειας σε πολλούς ασθενείς, οι οποίοι παλαιότερα ήταν καταδικασμένοι σε αναπόφευκτο θάνατο ή βαριά αναπηρία. Ταυτόχρονα η εξέλιξη αυτού του τομέα της ιατρικής δημιουργεί ορισμένα ηθικά προβλήματα και δύναται να παρουσιάζει κίνδυνο για την κοινωνία. Η ασυνείδητη προπαγάνδα της δωρεάς των οργάνων όπως και ή εμπορευματοποίηση των μεταμοσχεύσεων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την  ανάπτυξη του εμπορίου ανθρωπίνων οργάνων, απειλώντας τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων. Σύμφωνα με την Εκκλησία, τα ανθρώπινα όργανα δεν μπορούν να θεωρηθούν αντικείμενα αγοραπωλησίας. Η μεταμόσχευση των οργάνων από ένα εθελοντή δωρητή δύναται να βασίζεται μόνον στην εκούσια προσφορά για τη σωτηρία της ζωής του συνανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή η συγκατάθεση για την αφαίρεση οργάνων αποτελεί πράξη αγάπης και συμπάθειας. Όμως ο εν δυνάμει δωρητής πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένος για τις συνέπειες που ενδεχομένως θα έχει για την υγεία του η μεταμόσχευση οργάνων. Είναι ηθικά απαράδεκτη εκείνη η μεταμόσχευση, η οποία απειλεί άμεσα τη ζωή του δωρητή. Η περισσότερο διαδεδομένη είναι η μεταμόσχευση οργάνων από ανθρώπους που μόλις έχουν πεθάνει. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αποκλεισθεί η ασάφεια κατά τον προσδιορισμό της στιγμής του θανάτου. Απαράδεκτή είναι η μείωση της ζωής ενός ανθρώπου, ακόμα και μέσα από την άρνηση διαδικασιών υποστήριξης ζωής, με σκοπό την επιμήκυνση της ζωής κάποιου άλλου.

Με βάση την Θεία Αποκάλυψη η Εκκλησία πρεσβεύει την πίστη στη σωματική ανάσταση των νεκρών  (Ισ. 26. 19, Ρωμ. 8. 11, Α Κορ. 15. 42-44, 52-54, Φλπ. 3. 21). Μέσα από την τελετή της χριστιανικής κηδείας η Εκκλησία εκφράζει το σεβασμό που αρμόζει στο σώμα ενός πεθαμένου. Όμως η μεταθανάτια δωρεά οργάνων και ιστών μπορεί να αποτελέσει την έκφανση της αγάπης, που επεκτείνεται ακόμα και πέρα από το θάνατο. Αυτή η δωρεά, ή η διαθήκη, δεν μπορεί να θεωρηθεί καθήκον του ανθρώπου. Για το λόγο αυτό η εκούσια συγκατάθεση του ζώντα δωρητή αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας και της ηθικής αποδοχής της μεταμόσχευσης. Σε περίπτωση, κατά την οποία το θέλημα του εν δυνάμει δωρητή είναι άγνωστο στους ιατρούς, πρέπει να ερευνήσουν και να μάθουν το θέλημα του ετοιμοθάνατου ή πεθαμένου, καταφεύγοντας αναγκαστικά στους συγγενείς του.  Η Εκκλησία θεωρεί ως ανεπίτρεπτη  παράβαση της ανθρώπινης ελευθερίας το λεγόμενο «τεκμήριο της εκ των προτέρων συμφωνίας» του εν δυνάμει δωρητή για την μεταμόσχευση οργάνων και ιστών του σώματός του, που επικυρώνεται από τις νομοθεσίες μιας σειράς χωρών.

Τα μεταμοσχευμένα όργανα και ιστοί αφομοιώνονται από τον παραλήπτη, εντασσόμενα στον τομέα της προσωπικής ψυχικής και σωματικής του ενότητας. Αυτός είναι και ο λόγος, γιατί σε καμία περίπτωση δε μπορεί να δικαιολογηθεί εκείνη η μεταμόσχευση, η οποία δύναται να οδηγήσει σε απειλή της απώλειας της ταυτότητας από τον παραλήπτη, θίγοντας τη μοναδικότητά του ως προσώπου και ως εκπροσώπου του γένους. Είναι σημαντικό να μη λησμονηθεί αυτή η προϋπόθεση κατά την λήψη των αποφάσεων σχετικά με τη μεταμόσχευση ιστών και οργάνων ζωτικής προελεύσεως.

Η Εκκλησία θεωρεί αδιαμφισβήτητα απαράδεκτη τη χρήση των μεθόδων της λεγόμενης εμβρυϊκής θεραπείας, τη βάση της οποίας αποτελεί η λήψη και η χρήση των οργάνων των ανθρώπινων εμβρύων που ελήφθησαν ως αποτέλεσμα των εκτρώσεων σε πρώιμες φάσεις της εξέλιξης, για τη θεραπεία των διαφόρων ασθενειών και την «ανανέωση» του οργανισμού. Αποδοκιμάζοντας την έκτρωση ως μια θανάσιμη αμαρτία η Εκκλησία αδυνατεί να βρει οποιαδήποτε δικαιολογία, ακόμα και σε περίπτωση, κατά την οποία από την καταστροφή της συλληφθείσης ανθρώπινης ζωής ίσως να ωφεληθεί η υγεία κάποιου ανθρώπου. Αυτή η πρακτική, που αναπόφευκτα συμβάλλει στην ευρύτερη διάδοση και εμπορευματοποίηση των εκτρώσεων (ακόμα και σε περίπτωση που αυτή η αποτελεσματικότητά της, κατά το παρόν υποθετική, θα τεκμηριωνόταν με επιστημονικές μεθόδους), αποτελεί παράδειγμα έσχατης ανηθικότητας και έχει εγκληματικό χαρακτήρα.

ХII.8. Η πράξη της λήψεως ανθρώπινων οργάνων χρήσιμων για μεταμόσχευση όπως και η εξέλιξη της ανάνηψης δημιουργούν το πρόβλημα του σωστού προσδιορισμού της στιγμής του θανάτου. Παλαιά ως κριτήριο θεωρείτο η αναπότρεπτη διακοπή της αναπνοής και της κυκλοφορίας του αίματος.  Όμως χάρη στην αναβάθμιση των τεχνολογιών ανανήψεως αυτές οι καταλυτικές για τη ζωή λειτουργίες μπορούν να υποστηρίζονται με τεχνικούς τρόπους για ένα μακρύ διάστημα. Το γεγονός του θανάτου με αυτό τον τρόπο μεταστρέφεται στη διαδικασία του «αποθνήσκειν», που εξαρτάται από την απόφαση του ιατρού, πράγμα το οποίο επιβάλλει στη σύγχρονη ιατρική μια εντελώς καινούργια ευθύνη.

Στην Αγία Γραφή ο θάνατος παρουσιάζεται ως διαχωρισμός ψυχής και σώματος (Ψαλ. 145. 4, Λκ. 12. 20). Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για την συνέχιση της ζωής έως ότου ο οργανισμός λειτουργεί ως ένα σύνολο. Η συνέχιση της ζωής με τεχνικούς τρόπους, όταν κατ’ ουσία λειτουργούν τα επί μέρους όργανα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποχρεωτικός και σε όλες τις περιπτώσεις ως επιθυμητός σκοπός της ιατρικής. Ενίοτε η αναβολή της ώρας του θανάτου όχι μόνο επεκτείνει τα βάσανα του ασθενούς, στερώντας τον άνθρωπο του δικαιώματος της επάξιας, «αναισχύντης και ειρηνικής» τελευτής, την οποία οι χριστιανοί ζητούν από τον Κύριο στις ακολουθίες. Όταν η ενεργός θεραπεία παύει να είναι εφικτή, τη θέση της πρέπει να λάβει η καταπραϋντική θεραπεία (αναισθησία, περιποίηση, κοινωνική και ψυχολογική στήριξη) όπως επίσης και η ποιμαντική μέριμνα. Όλα αυτά αποβλέπουν στην εξασφάλιση του αληθινού ανθρώπινου τέλους της ζωής, που ζεστάθηκε από την ελεημοσύνη και την αγάπη.

Η Ορθόδοξη αντίληψη της αναίσχυντης τελευτής συμπεριλαμβάνει την προετοιμασία για το θάνατο, η οποία θεωρείται ως σημαντική, από πνευματική άποψη, φάση της ανθρώπινης ζωής. Ο ασθενής που μεριμνά χριστιανικά για τις τελευταίες μέρες της επίγειας ύπαρξής του είναι ικανός να βιώσει την ευλογημένη μεταμόρφωση που οφείλεται στην καινούργια αντιμετώπιση της πορείας του και με διάθεση μετάνοιας να μεταβεί στην αιωνιότητα. Όσον αφορά στους συγγενείς του ασθενούς και στο ιατρικό προσωπικό, η υπομονετική περιποίηση του ασθενούς γίνεται ευκαιρία να υπηρετήσουν τον Ίδιο τον Κύριο, σύμφωνα με το λόγο του Σωτήρα: «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25. 40). Η απόκρυψη των πληροφοριών στους ασθενείς για την βαριά τους κατάσταση με πρόσχημα την διαφύλαξη της ψυχικής του άνεσης, στερεί πολλές φορές τον αποθνήσκοντα την ευκαιρία της ευσυνείδητης προετοιμασίας για το τέλος και την πνευματική παρηγοριά, η οποία αποκτάται μέσα από τη συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας και επίσης σκοτίζει το νου με την έλλειψη εμπιστοσύνης στους οικείους και τους ιατρούς.

Τα βάσανα πριν το θάνατο δεν εξαλείφονται πάντοτε αποτελεσματικά με τη χρήση των αναισθητικών. Γνωρίζοντας αυτό η Εκκλησία σε αυτές τις περιπτώσεις στρέφεται προς τον Θεό με την ακόλουθη προσευχή: «… καὶ λῦσον τὸν δοῦλον σου τῆς ἀφορήτου ταύτης ὀδύνης καὶ σνεχούσης αὐτὸν πικρᾶς ἀσθενείας, καὶ ἀνάπαυσον αὐτὸν, ἔνθα τῶν δικαίων τὰ πνεύματα ( Ἀκολουθία εἰς Ψυχοῤῥαγοῦντα). Μόνο ο Κύριος είναι Κυρίαρχος ζωής και θανάτου (Α Βασ. 2. 6). «ἐν χειρὶ αὐτοῦ ψυχὴ πάντων ζώντων καὶ πνεῦμα παντὸς ἀνθρώπου» (Ιωβ. 12. 10). Για αυτό το λόγο η Εκκλησία, που ακολουθεί πιστά την θεία εντολή «ου φονεύσεις» (Εξ. 20. 15), δε μπορεί να αναγνωρίσει ως ηθικά αποδεκτές τις διαδεδομένες σήμερα στην κοσμική κοινωνία προσπάθειες νομιμοποίησης της λεγομένης ευθανασίας, δηλαδή της σχεδιασμένης θανάτωσης των ανιάτων ασθενών (ακόμα και όταν το επιθυμούν). Η αίτηση του ασθενούς για την επιτάχυνση του θανάτου ενίοτε οφείλεται στην κατάσταση άγχους που στερεί από αυτόν τη δυνατότητα ορθής αξιολόγησης της κατάστασής του. Η αναγνώριση της νομιμότητας της ευθανασίας θα οδηγούσε σε μείωση του αξιώματος και στη διαστροφή του επαγγελματικού καθήκοντος του ιατρού, ο οποίος καλείται στη συντήρηση της ζωής και όχι στη διακοπή της. «Το δικαίωμα στο θάνατο» δύναται να καταλήξει εύκολα σε κίνδυνο για τη ζωή των ασθενών, η οικονομική κατάσταση των οποίων δεν τους επιτρέπει τη συνέχιση της θεραπείας.

Επομένως η ευθανασία αποτελεί μια μορφή δολοφονίας ή αυτοκτονίας, ανάλογα από τη συμμετοχή του ασθενούς. Στην τελευταία περίπτωση για την ευθανασία ισχύουν οι κατάλληλοι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους ο σχεδιασμένος φόνος όπως και η παροχή βοήθειας για την επιτέλεση αυτού αξιολογούνται ως μια βαριά αμαρτία. Ο προμελετημένος αυτόχειρας, ο οποίος «ἀπὸ ἐπηρείας ἀνθρώπων ἢ ἄλλως πως ἀπὸ ὀλιγωρίας πεποίηκε τοῦτο», δεν πρέπει να τύχει της χριστιανικής ταφής ή λειτουργικής προσφοράς (Τιμοθ. Αλεξανδρείας, καν. 14). Εάν ο αυτόχειρας αφαίρεσε τη ζωή του ασυνείδητα «εκτός φρένων», δηλαδή ως αποτέλεσμα ψυχικής προσβολής, η εκκλησιαστική προσευχή  επιτρέπεται αφού η υπόθεση ερευνηθεί από τον οικείο Επίσκοπο. Ταυτόχρονα πρέπει να θυμόμαστε ότι πολλές φορές την ενοχή του αυτόχειρα συμμερίζονται οι γύρω του, οι οποίοι αποδείχθηκαν ανίκανοι ως προς την ενεργό συμπάθεια ή έλεος. Μαζί με τον Απόστολο Παύλο η Εκκλησία καλεί: «ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6. 2).

ХII.9. Η Αγία Γραφή και η παράδοση της Εκκλησίας αναμφίβολα αποδοκιμάζουν τις ομοφυλοφιλικές σεξουαλικές σχέσεις, διαβλέποντας μέσα τους την αμαρτωλή διαστρέβλωση της θεόκτιστης ανθρώπινης φύσης.

«Ὁς ἂν κοιμηθῇ μετά ἄρσενος κοίτην γυναικός, βδέλυγμα ἐποίησαν ἀμφότεροι» (Λευ. 20. 13). Η Βίβλος αναφέρει τη βαριά τιμωρία στην οποία ο Θεός καταδίκασε τους κατοίκους των Σοδόμων (Γεν. 19. 1-29), σύμφωνα με την ερμηνεία των Αγίων Πατέρων ακριβώς λόγω της αμαρτίας της αρσενοκοίτης. Ο Απόστολος Παύλος χαρακτηρίζοντας την ηθική κατάσταση του ειδωλολατρικού κόσμου αναφέρει τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις μεταξύ των πιο «επαίσχυντων παθών» και «απρεπειών» που μολύνουν το ανθρώπινο σώμα: «Αἵ τε γὰρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν, ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες» (Ρωμ. 1. 26-27). «Μὴ πλανᾶσθε…οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται… βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι», έγραφε ο Απόστολος στους κατοίκους της διεφθαρμένης Κορίνθου (Α Κορ. 6. 9-10). Η αγιοπατερική παράδοση με τον ίδιο τρόπο κατακρίνει σαφώς και συγκεκριμένα οποιεσδήποτε εκδηλώσεις ομοφυλοφιλίας. «Η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων», τα έργα των Αγίων Ιεραρχών Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου Νύσσης, του Ιερού Αυγουστίνου, καθώς και οι κανόνες του Αγίου Ιωάννου του Νηστευτή εκφράζουν την ασάλευτη διδασκαλία της Εκκλησίας: οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις είναι αμαρτωλές και καταδικαστέες. Οι διαπράττοντες αυτές άνθρωποι δεν έχουν δικαίωμα να γίνουν κληρικοί (Μεγ. Βασ. Καν. 7, Γρηγορίου Νύσσ. Καν. 4, Ιω. Νηστ. Καν. 30). Αναφερόμενος σε όσους μολύνθηκαν από την σοδομική αμαρτία ο Όσιος Μάξιμος ο Γραικός φώναξε: «Να γνωρίσετε τον εαυτό σας, ω άθλιοι, τι ακάθαρτη ηδονή έχετε απολαύσει!.. Προσπαθήστε όσο συντομότερα δυνατόν να απομακρυνθείτε από αυτή την μιαρότατη και δυσωδέστατη ηδονή, να την μισήσετε και όποιος ισχυρίζεται ότι είναι αθώα να παραδώσετε αυτόν στο αιώνιο ανάθεμα ως εχθρό του Ευαγγελίου του Σωτήρα Χριστού και διαστρεβλωτή της διδασκαλίας Αυτού. Να καθαρίσετε τον εαυτό σας με την ειλικρινή μετάνοια, τα θερμά δάκρυα και την ελεημοσύνη και  την καθαρή προσευχή…Να μισήσετε με όλη σας τη ψυχή αυτό το μίασμα ώστε να μη γίνεται υιοί κατάρας και αιώνιας απώλειας».

Η συζήτηση για την κατάσταση των λεγομένων σεξουαλικών μειονοτήτων στη σύγχρονη κοινωνία τείνει προς την αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας όχι ως σεξουαλικής διαστρέβλωσης, αλλά ως ένα από τους «σεξουαλικούς προσανατολισμούς» που δικαιούνται να εκφράζονται δημόσια και να γίνονται σεβαστοί. Ισχυρίζονται επίσης ότι η ομοφυλοφιλική ορμή οφείλεται στην προσωπική φυσική κλίση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία βασίζεται στην αμετάκλητη αρχή ότι ο θεοϊδρυτη γαμήλια ένωση άνδρα και γυναίκας δεν μπορεί να ισοσταθμιστεί με τις διεφθαρμένες εκφάνσεις της σεξουαλικότητας. Θεωρεί την ομοφυλοφιλία ως αμαρτωλή βλάβη της ανθρώπινης φύσης, η οποία αντιμετωπίζεται με την πνευματική προσπάθεια που οδηγεί  στην θεραπεία και την προσωπική προκοπή του ανθρώπου. Οι ομοφυλοφιλικές ορμές, όπως και τα άλλα πάθη που ταλανίζουν τον πεπτωκώτα άνθρωπο, θεραπεύονται με τα Μυστήρια, την προσευχή, τη νηστεία, τη μετάνοια, την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και των έργων των Αγίων Πατέρων καθώς και με τη συναστροφή με πιστούς χριστιανούς, πρόθυμους να παρέχουν πνευματική υποστήριξη.

Αντιμετωπίζοντας με ποιμαντική ευθύνη τους ανθρώπους με ομοφυλοφιλικές τάσεις η Εκκλησία ταυτόχρονα ανθίσταται αποφασιστικά κατά των προσπαθειών προβολής της αμαρτωλής τάσης ως «κανόνα» και ακόμα περισσότερα ως αντικείμενο για καύχηση και μίμηση. Ακριβώς για αυτό το λόγο η Εκκλησία αποδοκιμάζει κάθε προπαγάνδα της ομοφυλοφιλίας. Χωρίς να αρνείται σε κανένα το δικαίωμα στη ζωή, στο σεβασμό της προσωπικής αξιοπρέπειας και στη συμμετοχή στα κοινά, εντούτοις η Εκκλησία θεωρεί ότι τα πρόσωπα που προβάλλουν τον ομοφυλοφιλικό τρόπο ζωής δεν πρέπει να έχουν πρόσβαση στο παιδαγωγικό, εκπαιδευτικό και άλλο έργο που απευθύνεται στα παιδιά και στη νεολαία, καθώς και να κατέχουν διοικητικές θέσεις στο στρατό και στα σωφρονιστικά ιδρύματα.

Ενίοτε οι διαστρεβλώσεις της ανθρώπινης σεξουαλικότητας εκδηλώνονται με τη μορφή του νοσηρού αισθήματος συμμετοχής στο αντίθετο φύλο με αποτέλεσμα την προσπάθεια αλλαγής φύλου (τρανσεξουαλισμός). Η επιδίωξη της άρνησης συμμετοχής σε εκείνο το φύλο, το οποίο δόθηκε από τον Σωτήρα στον άνθρωπο μπορεί να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη του προσώπου. «Η αλλαγή φύλου» μέσα από την ορμονική και χειρουργική επέμβαση οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις όχι στην επίλυση των ψυχολογικών προβλημάτων, αλλά στην επιδείνωση αυτών, δημιουργώντας βαθιά εσωτερική κρίση. Η Εκκλησία δεν μπορεί να αποδεχθεί αυτή τη «στάση εναντίον του Δημιουργού» και να αναγνωρίσει έγκυρη την αλλαγή φύλου. Εάν η «αλλαγή φύλου» έγινε πριν την Βάπτιση, δύναται να αφεθεί η συμμετοχή του στο Μυστήριο, όπως και κάθε αμαρτωλός, αλλά η Εκκλησία τον βαπτίζει με το φύλο, με το οποίο γεννήθηκε. Η χειροτονία και η σύναψη εκκλησιαστικού γάμου είναι απαράδεκτες.

Πρέπει να γίνει η διάκριση ανάμεσα στον «τρανσεξουαλισμό» και στη λανθασμένη γενετική αναγνώριση στην πρώιμη παιδική ηλικία ως αποτέλεσμα ιατρικού λάθους που οφειλόταν στην παθολογία της ανάπτυξης των γενετικών χαρακτηριστικών. Η χειρουργική επέμβαση σε αυτή την περίπτωση δεν έχει χαρακτήρα αλλαγής φύλου.