VI.1. Η εργασία είναι το οργανικό στοιχείο της ανθρώπινης ζωής. Στη βίβλο της Γέννησης αναφέρεται ότι εξ αρχής «ο ἄνθρωπος οὐκ ἦν ἐργάζεσθαι τὴν γῆν»  (Γεν. 2. 5). Αφού έπλασε τον κήπο του παραδείσου ο Θεός εγκαθιστά τον άνθρωπο σε αυτό «ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2. 15). Η εργασία είναι η δημιουργική αποκάλυψη του ανθρώπου στον οποίο χάρη στην αρχική του θεοειδεία ανετέθη να είναι συν-δημιουργός και συνεργάτης του Κυρίου. Όμως μετά την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Δημιουργό του ο χαρακτήρας της εργασίας άλλαξε: «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς γὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. 3. 19). Το δημιουργικό συστατικό της εργασίας αποδυναμώθηκε και για τον πεπτωκότα άνθρωπο αυτή έγινε ο κατ΄ εξοχήν τρόπος επιβιώσεως.

VI.2. Ο Λόγος του Θεού δεν εφιστά την προσοχή των ανθρώπων μόνο στην ανάγκη της καθημερινής εργασίας αλλά και της προσδίδει ένα ιδιαίτερο ρυθμό. Η τέταρτη εντολή αναφέρει: «μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁβοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί» (Εξ. 20. 8-10). Με αυτή την εντολή του Δημιουργού η διαδικασία της ανθρώπινης εργασίας συσχετίζεται με τη θεία δημιουργία, με την οποία ετέθη η αρχή της κοσμογονίας. Διότι η εντολή του «σαββατίζειν» δικαιολογείται με το ότι κατά τη δημιουργία του κόσμου «εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν· ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο ὁ Θεὸς ποιῆσαι» (Γεν. 2. 3). Αυτή η ημέρα πρέπει να αφιερωθεί στον Κύριο ώστε οι καθημερινές ανάγκες να μην μπορούν να αποστρέψουν τον άνθρωπο από τον Δημιουργό του. Ταυτόχρονα οι έμπρακτες εκδηλώσεις της ελεημοσύνης και η ανιδιοτελή συμπαράσταση στους πλησίον δεν αποτελούν παράβαση της εντολής: «Τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον» (Μκ. 2. 27). Στην χριστιανική παράδοση από τους αποστολικούς χρόνους η ημέρα αργίας είναι η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή η ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου.

VI.3. Η τελειοποίηση των εργαλείων και των μεθόδων της εργασίας, ο επαγγελματικός της διαχωρισμός και η μετάβαση από τις απλές της μορφές προς πιο σύνθετες συνέβαλε στην βελτίωση των υλικών συνθηκών της ανθρώπινης ζωής. Όμως η πλάνη των επιτευγμάτων του πολιτισμού απομακρύνει τους ανθρώπους από τον Δημιουργό, οδηγεί στην ψευδαίσθηση του θρίαμβου της λογικής, σκοπός της οποίας είναι η οικοδόμηση της επίγειας ζωής χωρίς τον Θεό. Η πραγματοποίηση αυτών των επιδιώξεων στην ανθρώπινη ιστορία είχε πάντα μια τραγική κατάληξη.

Στην Αγία Γραφή αναφέρεται ότι οι πρώτοι κτίστες του επίγειου πολιτισμού ήταν οι απόγονοι του Κάιν: ο Λάμεχ και τα παιδιά του επινόησαν το πρώτα χάλκινα και σιδερένια εργαλεία, τις φορητές σκηνές και τα διάφορα μουσικά όργανα, υπήρξαν θεμελιωτές πολλών επαγγελμάτων και τεχνών (Γεν. 4. 20-22). Όμως μαζί με τους άλλους ανθρώπους δεν κατάφεραν να αποφύγουν τους πειρασμούς: «ὅτι κατέφθειρε πᾶσα σὰρξ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς» (Γεν. 6. 12) και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με το θέλημα του Δημιουργού, ο κατακλυσμός θέτει τέλος στον πολιτισμό των καϊνιτών. Το πιο λαμπρό βιβλικό παράδειγμα της ανεπιτυχούς προσπάθειας της πεπτωκυίας ανθρωπότητας να εξάρει εαυτόν αποτελεί ο Πύργος της Βαβέλ «που έφτανε μέχρι τους ουρανούς». Η Σύγχυση παρουσιάζεται ως σύμβολο της ενώσεως των προσπαθειών των ανθρώπων για να επιτύχουν το θεομίσητο σκοπό. Ο Θεός τιμωρεί τους υπερήφανους και συγχέοντας τις γλώσσες τους στερεί τη δυνατότητα αλληλοκατανόησης και τους διασκορπίζει σε όλη την έκταση της γης.

VI.4. Από τη χριστιανική άποψη η εργασία δεν είναι μια απόλυτη αξία. Ευλογείται μόνο σε περίπτωση που αποτελεί συν-εργασία με τον Κύριο και συμβάλλει στην εκπλήρωση του σχεδίου Του για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Όμως η εργασία δεν είναι θεάρεστη εάν στρέφεται προς την εξυπηρέτηση των ατομικών συμφερόντων ή των συμφερόντων των ανθρωπίνων κοινοτήτων, όπως επίσης και στην ικανοποίηση των αμαρτωλών αναγκών του πνεύματος και της σάρκας.

Η Αγία Γραφή μαρτυρεί περί των δυο ηθικών προτροπών για την εργασία: να εργάζεσαι για να τρως ο ίδιος χωρίς να επιβαρύνεις κανένα, και να εργάζεσαι για να δίνεις ελεημοσύνη σε όσους έχουν ανάγκη. Ο Απόστολος αναφέρει: «ὁ κλέπτων μηκέτι κλεπτέτω, μᾶλλον δὲ κοπιάτω ἐργαζόμενος τὸ ἀγαθὸν ταῖς χερσίν, ἵνα ἔχῃ μεταδιδόναι τῷ χρείαν ἔχοντι» (Εφ. 4. 28). Αυτή η εργασία διαπαιδαγωγεί την ψυχή και ενισχύει το σώμα του ανθρώπου, προσφέροντας στο χριστιανό τη δυνατότητα να φανερώσει την πίστη του μέσα από τα θεάρεστα έργα της ελεημοσύνης και της αγάπης προς τους πλησίον (Μθ. 5. 16, Ιακ. 2. 17). Όλοι θυμόμαστε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω.» (Β Θεσ. 3. 10).

Οι Πατέρες και οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας τόνιζαν πάντα την ηθική διάσταση της εργασίας. Έτσι ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς χαρακτήριζε την εργασία «σχολείο της κοινωνικής δικαιοσύνης»Η Έτσι ηΈ   . Ο Μέγας Βασίλειος ισχυριζόταν ότι «η πρόθεση της ευλάβειας δεν πρέπει να γίνει αφορμή για τεμπελιά και φυγή από τη δουλειά, αλλά να γίνει προτροπή για περισσότερους κόπους». Ο ιερός Χρυσόστομος κάλεσε να θεωρηθεί «ατιμία όχι η εργασία, αλλά η αργία». Παράδειγμα των εργατικών ασκήσεων αποτέλεσαν μοναχοί πολλών μοναστηριών. Η οικονομική τους δραστηριότητα αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση, ενώ οι κτήτορες των μεγαλυτέρων ιερών μονών απέκτησαν, εκτός του υψηλότατου πνευματικού κύρους, και τη φήμη των μεγάλων εργατών. Είναι πασίγνωστα τα παραδείγματα των έργων των οσίων Θεοδοσίου των Σπηλαίων του Κιέβου, του Σεργίου του Ραντονέζ, Κυρίλλου του Μπελοζέρσκ, του Ιωσήφ του Βόλοτσκ, του Νείλου του Σόρσκυ και άλλων Ρώσων ασκητών.

VI.5. Η Εκκλησία ευλογεί κάθε εργασία, η οποία σκοπεύει στο καλό των ανθρώπων, ενώ ταυτόχρονα δεν δείχνει κάποια ιδιαίτερη προτίμηση σε οποιοδήποτε είδος της ανθρώπινης δραστηριότητας εφόσον αυτή αντιστοιχεί στα χριστιανικά ηθικά όρια. Στις παραβολές ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αναφέρεται συνεχώς στα διάφορα επαγγέλματα χωρίς να ξεχωρίζει κανένα από αυτά. Αναφέρεται στην εργασία του «σπείραντος» (Μκ. 4. 3-9), των υπηρετών και του οικοδεσπότη Λκ. 12. 42-48), του εμπόρου και των ψαράδων (Μθ. 13. 45-48), του οικονόμου και των εργατών του αμπελώνα (Μθ. 20. 1-16). Όμως η σύγχρονη εποχή προκάλεσε την ανάπτυξη μιας ολόκληρης βιομηχανίας, η οποία αποβλέπει ειδικά στην προπαγάνδα του πάθους και της αμαρτίας, στην ικανοποίηση των βλαβερών παθών και συνηθειών, όπως ο αλκοολισμός, η ναρκομανία, η πορνεία και η μοιχεία. Η Εκκλησία επιβεβαιώνει την αμαρτωλότητα της συμμετοχής σε αυτή τη δραστηριότητα, διότι διαστρέφει όχι μόνο αυτόν που εργάζεται αλλά και την κοινωνία γενικότερα.

VI.6. Ο εργαζόμενος δικαιούται να απολαύσει τους καρπούς της εργασίας αυτού: «τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει;..ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ’ ἐλπίδι» (Α Κορ. 9. 7,10). Η Εκκλησία διδάσκει ότι η άρνηση της πληρωμής για την τίμια εργασία αποτελεί όχι μόνο έγκλημα κατά του ανθρώπου, αλλά και αμαρτία ενώπιον του Θεού.

Η Αγία Γραφή αναφέρει: «Οὐκ ἀπαδικήσεις μισθὸν πένητος…αὐθημερὸν ἀποδώσεις τὸν μισθὸν αὐτοῦ, οὐκ ἐπιδύσεται ὁ ἥλιος ἐπ᾿ αὐτῷ, ὅτι πένης ἐστὶ καὶ ἐν αὐτῷ ἔχει τὴν ἐλπίδα· καὶ καταβοήσεται κατὰ σοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία» (Δευτ. 24. 14-15); «῏Ω ὁ οἰκοδομῶν οἰκίαν αὐτοῦ οὐ μετὰ δικαιοσύνης καὶ τὰ ὑπερῷα αὐτοῦ οὐκ ἐν κρίματι, παρὰ τῷ πλησίον αὐτοῦ ἐργᾶται δωρεὰν καὶ τὸν μισθὸν αὐτοῦ οὐ μὴ ἀποδώσει αὐτῷ» (Ιερ. 22. 13), «Ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν ὁ ἀπεστερημένος ἀφ’ ὑμῶν κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν» (Ιακ. 5. 4).

Ταυτόχρονα η Θεία εντολή προτρέπει τους εργαζόμενους να φροντίζουν εκείνους, που για διάφορους λόγους αδυνατούν να κερδίζουν τα προς τα ζην, δηλαδή για τους αδύνατους, τους ασθενείς, τους ξένους (πρόσφυγες), τα ορφανά και τις χήρες και να μοιραστούν με αυτούς τους καρπούς της εργασίας τους «ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν σου» (Δευτ. 24. 19-22).

Συνεχίζοντας την επίγεια διακονία του Χριστού, ο Οποίος ταύτιζε τον εαυτό Του με τους πένητες, η Εκκλησία πάντα τάσσεται υπέρ των άφωνων και των αδυνάτων. Για αυτό το λόγο καλεί την κοινωνία σε μια δίκαιη κατανομή των προϊόντων της εργασίας, ώστε ο πλούσιος να στηρίζει τον πτωχό, ο υγιής τον ασθενή, ο ικανός  τον ηλικιωμένο. Η πνευματική ευημερία και η αυτοσυντήρηση της κοινωνίας είναι εφικτές μόνο σε περίπτωση που η εξασφάλιση της ζωής, της υγείας και της ελάχιστης ευπορίας όλων των πολιτών θεωρείται αναμφίβολη προτεραιότητα κατά την κατανομή των υλικών μέσων.