IX.1. Οι χριστιανοί καλούνται να είναι νομοταγείς πολίτες της επίγειας πατρίδας, αποδεχόμενοι ότι πάσα ψυχή «ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω» (Ρωμ. 13. 1) και ταυτόχρονα ενθυμούμενοι την εντολή του Χριστού περί της ανταπόδοσης «τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Λκ. 20. 25). Όμως η ανθρώπινη αμαρτωλότητα προκαλεί εγκλήματα, δηλαδή την παράβαση των ορίων που ετέθησαν από το νόμο. Εν τούτοις η έννοια της αμαρτίας, η οποία καθιερώθηκε από τα ορθόδοξα ηθικά όρια, είναι ευρύτερη από την αντίληψη του κοσμικού δικαίου για τα εγκλήματα.

Η αφετηρία του εγκλήματος είναι η συσκοτισμένη κατάσταση της ανθρώπινης ψυχής: «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Mτθ. 15. 19). Είναι αναγκαίο να αναγνωρισθεί ότι ενίοτε στην εγκληματικότητα συμβάλλουν οι οικονομικές και κοινωνικές περιστάσεις, η αδυναμία της κρατικής εξουσίας, η έλλειψη της νόμιμης τάξης. Οι εγκληματικές ομάδες δύνανται να διεισδύσουν στα κρατικά ιδρύματα για να τα εκμεταλλευτούν για τους δικούς τους σκοπούς. Τέλος, η ίδια η εξουσία με την διάπραξη των παρανόμων ενεργειών δύναται να γίνει παραβάτης. Ιδιαίτερο κίνδυνο παρουσιάζει η εγκληματικότητα που καλύπτεται από τα πολιτικά και ψευδοθρησκευτικά κίνητρα, δηλαδή η τρομοκρατία κ.ο.κ.

Για την αναστολή των παρανόμων ενεργειών η Πολιτεία συγκροτεί τα όργανα της τάξεως που αποσκοπούν στην προειδοποίηση, την αποτροπή και την ανάκριση των εγκλημάτων όπως επίσης και στην αναμόρφωση των προσώπων που τα διέπραξαν. Όμως οι κυριότεροι στόχοι της εκριζώσεως της εγκληματικότητας και της αναμόρφωσης των παραβατών τίθενται όχι μόνο ενώπιον των ειδικών ιδρυμάτων και όχι μόνο ενώπιον της Πολιτείας, αλλά και ενώπιον όλου του λαού και αυτό σημαίνει και ενώπιον της Εκκλησίας.

IX.2. Η πρόληψη της εγκληματικότητας είναι εφικτή πρωτίστως με τη διαπαιδαγώγηση και τη διαφώτιση που αποβλέπουν στην εδραίωση στην κοινωνία των αληθινών πνευματικών και ηθικών αξιών. Στο έργο αυτό η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να συνεργαστεί ενεργά με το σχολείο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τα όργανα της τάξεως. Με την έλλειψη στο λαό του θετικού ηθικού ιδεώδους κανένα μέσο καταναγκασμού, εκφοβισμού και τιμωρίας δεν θα μπορέσει να εμποδίσει την κακή βούληση. Ακριβώς για αυτό το λόγο η καλύτερη μορφή της αποτροπής της παραβάσεως του νόμου είναι το κήρυγμα ενός έντιμου και αξιοπρεπούς τρόπου ζωής και ιδιαίτερα ανάμεσα στα παιδιά και τη νεολαία. Ταυτόχρονα ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα πρόσωπα, τα οποία εντάσσονται στις λεγόμενες ομάδες κινδύνου ή έχουν ήδη διαπράξει τις πρώτες παραβάσεις. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπισθούν με ιδιαίτερη ποιμαντική και διαφωτιστική φροντίδα. Οι ορθόδοξοι κληρικοί και λαϊκοί καλούνται να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των κοινωνικών αιτιών της εγκληματικότητας, φροντίζοντας για τη δίκαιη διάρθρωση της Πολιτείας και της οικονομίας, για την επαγγελματική και βιοτική ολοκλήρωση κάθε μέλους της κοινωνίας.

Ταυτόχρονα η Εκκλησία επιμένει στην ανάγκη της ανθρώπινης αντιμετώπισης των υπόπτων, όσων ανακρίνονται και των πολιτών που συνελήφθησαν προτιθέμενοι να παραβιάσουν το νόμο. Η σκληρή και αναξιοπρεπής μεταχείριση αυτών των ανθρώπων μπορεί να τους αφήσει στην εσφαλμένη οδό ή να τους ωθήσει προς αυτήν. Για αυτό το λόγο στα πρόσωπα, τα οποία δεν καταδικάστηκαν με νόμιμη δίκη, ακόμα και εάν ευρίσκονται υπό κράτηση, δεν πρέπει να περιορίζονται τα βασικά τους δικαιώματά. Πρέπει να τους εγγυηθεί η προστασία και η αμερόληπτη δίκη. Η Εκκλησία καταδικάζει τα βασανιστήρια και τις διαφορετικές μορφές της ταπείνωσης των κρατούμενων. Ακόμα και με σκοπό παροχής βοήθειας στα όργανα της τάξεως ο κληρικός δεν δύναται να παραβιάσει το απόρρητο της εξομολόγησης ή ένα άλλο προστατευόμενο από την Πολιτεία απόρρητο (π.χ. το απόρρητο της υιοθεσίας). Στα πλαίσια της διαποίμανσης των πλανημένων και καταδικασμένων οι ποιμένες, αφού μάθουν δια της εξομολόγησης όσα αποκρύφθηκαν από την ανάκριση και τη δίκη, έχουν ως γνώμονα το απόρρητο της εξομολόγησης.

Το όριο που προϋποθέτει την προστασία του απορρήτου της εξομολόγησης, εμπεριέχεται στις νομοθεσίες πολλών σύγχρονων κρατών, συμπεριλαμβανομένου και του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του ρωσικού νόμου «Περί της ελευθερίας της συνειδήσεως και των θρησκευτικών οργανώσεων».

Ο κληρικός καλείται να επιδείξει ιδιαίτερη ποιμαντική ευαισθησία σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες στη διάρκεια της εξομολόγησης μαθαίνει για την προετοιμασία ενός εγκλήματος. Χωρίς εξαίρεση και κάτω από κάθε περίπτωση, διαφυλάσσοντας αυστηρά το απόρρητο της εξομολόγησης ο ποιμένας υποχρεούται ταυτόχρονα να καταβάλει κάθε εφικτή προσπάθεια ώστε η εγκληματική πρόθεση να μη γίνει πράξη. Πρωτίστως αυτό αφορά τον κίνδυνο της ανθρωποκτονίας και ιδιαίτερα των μαζικών θυμάτων, που δύναται να γίνει σε περίπτωση διάπραξης μιας τρομοκρατικής ενέργειας ή εφαρμογής ενός εγκληματικού διατάγματος σε περίπτωση πολέμου. Έχοντας υπόψη την ισότιμη αξία της ψυχής ενός εν δυνάμει εγκληματία και του θύματος, που αυτός είχε επιλέξει, ο κληρικός υποχρεούται να καλέσει τον εξομολογούμενο στην ειλικρινή μετάνοια, δηλαδή στην απόρριψη της κακής πρόθεσης. Εάν αυτή η έκκληση δεν τον επηρεάσει ο ποιμένας, έχοντας διασφαλίσει το απόρρητο του ονόματος του εξομολογούμενου και των άλλων περιπτώσεων, μέσω των οποίων δύναται να αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους, δύναται να προειδοποιήσει όσους κινδυνεύουν. Σε δύσκολες περιπτώσεις ο κληρικός πρέπει να απευθυνθεί στον επαρχιούχο επίσκοπο.

IX.3. Το έγκλημα, το οποίο διαπράχθηκε και καταδικάσθηκε σύμφωνα με το νόμο προϋποθέτει και τη δίκαιη τιμωρία. Το νόημά της συνίσταται στο σωφρονισμό του ατόμου, που παραβίασε το νόμο και στην περιφρούρηση της κοινωνίας από τον εγκληματία όπως επίσης και στην παύση της παραβατικής πράξης αυτού. Η Εκκλησία, χωρίς να μετατρέπεται σε δικαστή του ατόμου, που παραβίασε το νόμο, καλείται να αναλάβει τη φροντίδα της ψυχής του. Ακριβώς για αυτό το λόγο αντιμετωπίζει την τιμωρία όχι ως εκδίκηση αλλά ως μέσο της εσωτερικής κάθαρσης του αμαρτωλού.

Θεσπίζοντας τιμωρίες για τους εγκληματείς ο Δημιουργός λέγει στο Ισραήλ: «καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν» (Δευτ. 21. 21). Η τιμωρία του παραβάτη του νόμου υπηρετεί τη διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων. Έτσι, ορίζοντας τιμωρία για την ψευδοπροφητεία ο Θεός λέγει στον Μωυσή: «καὶ πᾶς ᾿Ισραὴλ ἀκούσας φοβηθήσεται καὶ οὐ προσθήσωσι ποιῆσαι ἔτι κατὰ τὸ ρῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο ἐν ὑμῖν» (Δευτ. 13. 12). Στις Παροιμίες Σολομώντος διαβάζουμε: «λοιμοῦ μαστιγουμένου, ἄφρων πανουργότερος γίνεται· ἐὰν δὲ ἐλέγχῃς ἄνδρα φρόνιμον, νοήσει αἴσθησιν» (Παρ. 19. 25). Η παλαιοδιαθηκική παράδοση γνωρίζει ορισμένα είδη ποινών όπως: η ποινή του θανάτου, η αποπομπή, ο περιορισμός της ελευθερίας, η σωματική τιμωρία, το χρηματικό πρόστιμο ή η επιβολή θυσίας για θρησκευτικούς σκοπούς.

Η φυλάκιση, η αποπομπή (η εξορία), τα σωφρονιστικά (καταναγκαστικά) έργα και το πρόστιμο ισχύουν ως ποινές ακόμα και στο σύγχρονο κόσμο. Το νόημα όλων αυτών των δικαστικών ποινών δεν είναι μόνο η προστασία της κοινωνίας από την κακή βούληση του εγκληματία, αλλά και ο σωφρονισμός αυτού. Έτσι, η στέρηση ή ο περιορισμός της ελευθερίας προσφέρει στον άνθρωπο, ο οποίος έθεσε τον εαυτό του εκτός κοινωνίας, τη δυνατότητα επαναξιολόγησης της ζωής του, ώστε να επιστρέψει στην ελευθερία εσωτερικά καθαρισμένος. Το έργο συμβάλει στη διαπαιδαγώγηση του προσώπου μέσα σε πνεύμα δημιουργίας, επιτρέπει την απόκτηση ωφέλιμης πείρας. Στη διάρκεια του αναμορφωτικού έργου το αμαρτωλό στοιχείο μέσα στα βάθη της ψυχής του πρέπει να παραχωρήσει τη θέση στη δημιουργία, στην ευταξία και στην ψυχική ειρήνη. Ταυτόχρονα είναι σημαντικό οι κρατούμενοι των φυλακών να μην αντιμετωπίζονται απάνθρωπα, οι συνθήκες κράτησης να μην παρουσιάζουν κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία τους και η ηθική τους κατάσταση να μην επηρεάζεται από το επιβλαβές παράδειγμα των άλλων φυλακισμένων. Για αυτό και η Πολιτεία καλείται να φροντίζει τους κρατουμένους και η κοινωνία και η Εκκλησία πρέπει να συμπαρίστανται σε αυτή  τη φροντίδα.

Στο Χριστιανισμό η καλή στάση απέναντι στους φυλακισμένους έχει βαθιές ρίζες. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρομοιάζει την ευεργεσία προς τους φυλακισμένους με τη διακονία στον Εαυτό Του: «γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με» (Μτθ. 25. 36). Η ιστορία διατήρησε πολλά παραδείγματα της βοήθειας των αγίων του Θεού στους κρατουμένους των φυλακών. Η ρωσική ορθόδοξη παράδοση προϋπόθετε ανέκαθεν  το έλεος στους πεπτωκότες. Ο Άγιος Ιννοκέντιος Αρχιεπίσκοπος Χερσονήσου, απευθύνθηκε στους κρατουμένους σε ένα ναό της πόλεως Βόλογκντα με τα εξής λόγια: «Δεν έχουμε φτάσει εδώ για να σας ελέγξουμε, αλλά για να σας δώσουμε  παρηγοριά και νουθεσία. Βλέπετε πως η Αγία Εκκλησία με όλα τα Μυστήριά της ήρθε κοντά σας, να μην απομακρυνθείτε κι εσείς, ελάτε κοντά της με την πίστη σας, με την μετάνοια σας και με τη διόρθωση του ήθους σας… Ο Σωτήρας και τώρα απλώνει από το Σταυρό τα χέρια Του προς όλους που μετανοούν, μετανιώστε κι εσείς για να μεταβείτε από το θάνατο προς τη ζωή!»

Η Εκκλησία, η οποία επιτελεί τη διακονία της στους τόπους κράτησης, πρέπει να οικοδομήσει εκεί Ιερούς Ναούς και ευκτήριους οίκους, να τελεί Μυστήρια και ακολουθίες, να διεξάγει ποιμαντικές ομιλίες με τους φυλακισμένους και να διαδίδει εκκλησιαστικά βιβλία. Ταυτόχρονα είναι πολύ σημαντική η προσωπική επαφή με όσους στερήθηκαν της ελευθερίας, συμπεριλαμβανομένης και της επίσκεψης των χώρων της άμεσης παραμονής τους. Αξίζει κάθε ενθάρρυνση η αλληλογραφία με τους φυλακισμένους, η συλλογή και η προσφορά ρουχισμού, φαρμάκων και άλλων αναγκαίων ειδών.  Αυτή η δράση πρέπει να αποβλέπει όχι μόνο στην ανακούφιση της βαριάς μοίρας των φυλακισμένων αλλά και στη συμπαράσταση στην ηθική θεραπεία των παραμορφωμένων ψυχών. Ο πόνος τους είναι πόνος ολόκληρης της Μητέρας Εκκλησίας, η οποία ευφραίνεται με την ουράνια χαρά «ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λκ. 15. 10). Η αναγέννηση της διαποίμανσης των κρατουμένων γίνεται ένας από τους σπουδαιότερους τομείς της ποιμαντικής και ιεραποστολικής δράσης που χρίζει συμπαράστασης και ανάπτυξης.

Η εσχάτη των ποινών, δηλαδή η ποινή θανάτου αναγνωριζόταν στην Παλαιά Διαθήκη. Οι ενδείξεις για την αναγκαιότητα της κατάργησής της δεν υπάρχει ούτε στην Καινή Διαθήκη, ούτε στην Παράδοση ή στην ιστορική κληρονομιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ταυτόχρονα η Εκκλησία ανέλαβε την υποχρέωση της χάριτος ενώπιον της κοσμικής αρχής για τους καταδικασμένους σε θάνατο, ζητώντας για αυτούς το έλεος και τη μείωση της τιμωρίας. Επιπλέον η χριστιανική ηθική επιρροή διαπαιδαγώγησε στις συνειδήσεις των ανθρώπων την αρνητική στάση απέναντι στην θανατική ποινή. Έτσι, από το 2 ήμισυ του ΙΗ΄ αι. έως την επανάσταση του 1905 στη Ρωσία η θανατική ποινή χρησιμοποιήθηκε πολύ σπάνια. Για την ορθόδοξη συνείδηση η ζωή του ανθρώπου δεν τελειώνει με το σωματικό θάνατο και ακριβώς για αυτό το λόγο η Εκκλησία δεν παύει να φροντίζει για τις ψυχές των καταδικασμένων στην εσχάτη των ποινών.

Η κατάργηση της θανατικής ποινής προσφέρει περισσότερες δυνατότητες για το ποιμαντικό έργο με αυτόν που έσφαλλε και για τη δική του μετάνοια. Επιπλέον είναι προφανές ότι ο θάνατος ως τιμωρία αδυνατεί να ασκήσει την πρέπουσα παιδαγωγική επίδραση, καθιστά το δικαστικό σφάλμα αδιόρθωτο και προκαλεί αμφιλεγόμενα συναισθήματα στον λαό. Σήμερα τα περισσότερα κράτη κατήργησαν τη θανατική ποινή είτε δια νόμου, είτε δεν την εφαρμόζουν στην πράξη. Ενθυμούμενη ότι το έλεος προς τον πεπτωκότα άνθρωπο είναι πάντα προτιμότερο από την εκδίκηση η Εκκλησία χαιρετίζει τις σχετικές κινήσεις των κρατικών αρχών. Ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι το ζήτημα της κατάργησης ή της μη εφαρμογής της θανατικής ποινής πρέπει να αποφασίζεται από την κοινωνία ελεύθερα με βάση την κατάσταση της εσωτερικής εγκληματικότητας, των οργάνων της Τάξεως και του δικαστικού συστήματος και πρώτα από όλα με βάση την ασφάλεια της ζωής των καλοπροαίρετων μελών της κοινωνίας. 

IX.4. Επιθυμώντας να συμβάλει στην υπέρβαση της εγκληματικότητας η Εκκλησία συνεργάζεται με τα όργανα της τάξεως. Σεβόμενη το έργο των συνεργατών της, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία των πολιτών και της πατρίδας από τις εγκληματικές επιβουλές, όπως επίσης και στην διόρθωση των όσων έσφαλαν, η Εκκλησία τους απλώνει χείρα βοήθειας. Αυτή η βοήθεια δύναται να πραγματοποιείται μέσα από ποικίλα κοινά παιδαγωγικά  και διαφωτιστικά έργα, τα οποία αποβλέπουν στην πρόληψη και στην αποτροπή των παραβάσεων, στην επιστημονική και πολιτιστική δράση, στη διαποίμανση των ίδιων των συνεργατών των οργάνων της τάξεως. Η συνεργασία της Εκκλησίας και του συστήματος προστασίας της τάξεως οικοδομείται στα εκκλησιαστικά θεσπίσματα και ειδικές συμφωνίες με την ηγεσία των αρμοδίων αρχών.

Όμως η ποιμαντική διακονία της Εκκλησία και ιδιαίτερα διά του Μυστηρίου της Μετανοίας καλείται να είναι αποτελεσματικότερη στην υπέρβαση της εγκληματικότητας. Σε κάθε μετανοούντα για την παράβαση που διέπραξε, ως υποχρεωτική προϋπόθεση της απόλυσης των αμαρτιών του, ο κληρικός πρέπει να προτείνει με αποφασιστικότητα ενώπιον του προσώπου του Θεού να απορρίψει την συνέχιση της εγκληματικής δράσεως. Μόνο με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος θα πεισθεί να εγκαταλείψει την οδό της ανομίας και να επανέλθει στην ενάρετη ζωή.