IV.1. Ο Θεός είναι τέλειος, για αυτό και ο κόσμος που έπλασε είναι τέλειος και αρμονικός. Η τήρηση των θείων νόμων σημαίνει ζωή, διότι ο Ίδιος ο Θεός είναι η ζωή, ατελείωτη και πλήρης. Μέσα από την πτώση των προπατόρων το κακό και η αμαρτία εισήλθαν στον κόσμο. Όμως ακόμα και ο πεπτωκώς άνθρωπος διατήρησε με τη βοήθεια του Θεού την ελευθερία επιλογής της ορθής οδού. Ταυτόχρονα η τήρηση των θεοδώρητων εντολών στηρίζει τη ζωή, ενώ η απομάκρυνση από αυτές οδηγεί αναπόφευκτα στη βλάβη και στο θάνατο, διότι μια τέτοια απομάκρυνση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απομάκρυνση από τον Θεό και επομένως από το γίγνεσθαι και τη ζωή, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα Του: «Ιδοὺ δέδωκα πρὸ προσώπου σου σήμερον τὴν ζωήν καὶ τὸν θάνατον, τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν. ἐὰν εἰσακούσῃς τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἃς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ἀγαπᾶν Κύριον τὸν Θεόν σου, πορεύεσθαι ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ καὶ φυλάσσεσθαι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ καὶ τὰς κρίσεις αὐτοῦ, καὶ ζήσεσθε…. καὶ ἐὰν μεταστῇ ἡ καρδία σου καὶ μὴ εἰσακούσῃς καὶ πλανηθεὶς…ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε καὶ οὐ μὴ πολυήμεροι γένησθε ἐπὶ τῆς γῆς». (Δευτερ. 30. 15-18). Κατά τη γήινη τάξη πραγμάτων η αμαρτία και η ανταπόδοση της αμαρτίας πολλές φορές δεν ακολουθούν αμέσως η μια μετά την άλλη, αλλά μεσολαβεί μεταξύ τους ένα διάστημα πολλών ετών, ακόμα και γενεών: «ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεὰν τοῖς μισοῦσί με. 10 καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου» (Δευτερ. 5. 9-10). Αυτή η απόσταση μεταξύ του εγκλήματος και της τιμωρίας, από μια πλευρά, αφήνει στον άνθρωπο την ελευθερία και, από την άλλη, κάνει τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι φρόνιμοι και ευλαβείς, να μελετούν επισταμένως τα θεία θεσπίσματα, ώστε να διδαχθούν τη διάκριση του σωστού από το λάθος, του νόμιμου από το παράνομο.

Οι πάμπολλες συλλογές διδαγμάτων και νόμων αποτελούν τα αρχαιότερα μνημεία του γραπτού λόγου. Βεβαίως ανάγονται ακόμα στην προγενέστερη εποχή, στην άγραφη στην ιστορία της ανθρωπότητας, διότι «τὸ ἔργον τοῦ νόμου» γράφτηκε από τον Θεό «ἐν ταῖς καρδίαις ανθρώπων» (Ρωμ. 2. 15). Το δίκαιο ανέκαθεν υπήρχε στην ανθρώπινη κοινωνία. Ήδη οι πρώτοι νόμοι δίδονται στον άνθρωπο όταν ευρισκόταν ακόμα στον Παράδεισο (Γεν. 2. 16-17). Μετά την πτώση, η οποία αποτελεί την παράβαση από τον άνθρωπο του θείου νόμου, το δίκαιο γίνεται όριο, η έξοδος από το οποίο απειλεί να καταστρέψει τόσο το ανθρώπινο πρόσωπο, όσο και την ανθρώπινη κοινωνία.

IV.2. Το δίκαιο καλείται να αποτελέσει την εκδήλωση του ενιαίου θείου νόμου του σύμπαντος μέσα στον κοινωνικό και στον πολιτικό τομέα. Ταυτόχρονα το κάθε σύστημα δικαίου, το οποίο δημιουργείται από την ανθρώπινη κοινωνία, αποτελεί το προϊόν της ιστορικής εξελίξεως και φέρει τη σφραγίδα του πεπερασμένου και της ατέλειας. Το δίκαιο είναι ένας τομέας, ο οποίος διαφέρει από τον όμορο προς αυτόν τομέα της ηθικής: δεν προσδιορίζει τις εσωτερικές καταστάσεις της ανθρώπινης καρδιάς, διότι Καρδιογνώστης είναι μόνο ο Θεός.

Όμως η συμπεριφορά και οι πράξεις των ανθρώπων είναι αντικείμενα του νομικού κανονισμού, ο οποίος και αποτελεί το περιεχόμενο της νομοθεσίας. Το δίκαιο επίσης προβλέπει τη λήψη μέτρων για τον εξαναγκασμό στην υποταγή του νόμου. Οι προβλεπόμενες από το νομοθέτη κυρώσεις για την αποκατάσταση της διασαλευθείσης τάξεως καθιστούν το νόμο συνδετήρα της κοινωνίας έως ότου, όπως αυτό συνέβη επανειλημμένως στην ιστορία, ανατραπεί ολόκληρο το σύστημα του ισχύοντος δικαίου.  Άλλωστε, χωρίς το δίκαιο καμία ανθρώπινη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει και για το λόγο αυτό στη θέση της κατεστραμμένης τάξεως πάντα εμφανίζεται ένα καινούργιο νομοθετικό σύστημα.

Το δίκαιο ενέχει ένα ελάχιστο όριο ηθικών αρχών, υποχρεωτικών για όλα τα μέλη της κοινωνίας. Ο στόχος του κοσμικού νόμου συνίσταται όχι στο να καταστήσει τον κείμενο στο κακό κόσμο Βασιλεία του Θεού, αλλά στο να τον συγκρατήσει ώστε να μη μετατραπεί σε κόλαση. Η θεμελιώδης αρχή του δικαίου είναι «να μη κάνεις στον άλλο αυτό που δεν επιθυμείς να κάνουν σε εσένα». Εάν ο άνθρωπος διέπραξε μια αδικία εναντίον του άλλου, η βλάβη την οποία υπέστη η ακεραιότητα της θείας τάξεως του κόσμου μπορεί να αναπληρωθεί διά των παθών του εγκληματία ή δια της χορηγίας χάριτος, όταν τις ηθικές συνέπειες της αμαρτωλής πράξεως επωμίζεται  το πρόσωπο που χορηγεί χάρη στον εγκληματία (ο κυβερνήτης, ο πνευματικός, η κοινότητα κλπ.). Τα πάθη θεραπεύουν την πληγείσα από την αμαρτία ψυχή. Τα εκούσια πάθη των αθώων για τις αμαρτίες των εγκληματιών αποτελούν την ύπατη μορφή της λύτρωσης, το όριο της οποίας είναι η θυσία του Κυρίου ημών Ιησού, του αίροντος την αμαρτία του κόσμου (Ιω. 1. 29).

IV.3. Η κατανόηση του πού περνάει η «διαχωριστική γραμμή», η οποία χωρίζει έναν άνθρωπο από τον άλλο διέφερε από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή. Όσο πιο θρησκευτική είναι μια ανθρώπινη κοινωνία, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί την ενότητα και την ακεραιότητα  του κόσμου. Σε μια θρησκευτικά ολοκληρωμένη κοινωνία οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται από δυο απόψεις: ως μοναδικές προσωπικότητες, οι οποίες ίστανται ενώπιον του Θεού ή πίπτουν (Ρωμ. 14. 4) και για αυτό το λόγο δεν μπορούν να κριθούν από τους άλλους ανθρώπους, και ως μέλη του κοινωνικού σώματος, στο οποίο η ασθένεια ενός οργάνου οδηγεί στην αδυναμία και ενίοτε στο θάνατο όλου του οργανισμού. Στην τελευταία περίπτωση κάθε άνθρωπος μπορεί και πρέπει να κριθεί από την κοινότητα, διότι οι ενέργειες του ενός επηρεάζουν τους πολλούς. Σύμφωνα με τον Όσιο Σεραφείμ του Σάρωφ, η απόκτηση του πνεύματος ειρήνης από έναν δίκαιο οδηγεί στη σωτηρία χιλιάδων ανθρώπων γύρω του, ενώ η διάπραξη της αμαρτίας από έναν παράνομο συνεπάγεται την απώλεια πολλών.

Αυτή η αντιμετώπιση των αμαρτωλών και εγκληματικών εκφράσεων έχει μια σταθερή βάση στην Αγία Γραφή και στην Παράδοση της Εκκλησίας.  «ἐν ἀγαθοῖς δικαίων κατώρθωσε πόλις, στόμασι δὲ ἀσεβῶν κατεσκάφη» (Пαροιμ. 11. 10-11). Ο Μέγας Βασίλειος δίδασκε τους πολίτες της Καισαρείας της Καππαδοκίας,  που υπέφεραν από την πείνα και τη δίψα: «Ακόμα και εξ αιτίας κάποιων ολίγων επέρχονται συμφορές σε ολόκληρο τον λαό, και τους καρπούς των κακουργημάτων του ενός γεύονται πολλοί. Ο Άχαρ ιεροσύλησε και όλη η παράταξη καταπατήθηκε, επίσης ο Ζαμβρίας πόρνευσε με την Μαδιανίτιδα και όλο το Ισραήλ τιμωρήθηκε». Το ίδιο αναφέρει ο Άγιος Κυπριανός Μητροπολίτης Μόσχας: «Δεν γνωρίζετε, ότι η αμαρτία του λαού επέρχεται επί τον πρίγκιπα και η αμαρτία του πρίγκιπα επέρχεται επί τον λαό;»

Για αυτό το λόγο οι αρχαίες συλλογές των νόμων ρυθμίζουν ακόμα και αυτές τις πλευρές της ζωής οι οποίες σήμερα ευρίσκονται εκτός των πλαισίων του νομικού κανονισμού. Π. χ. σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις του Πεντάτευχου για τη μοιχεία προβλεπόταν η θανατική ποινή (Λευ. 20. 10), ενώ σήμερα στα περισσότερα κράτη δεν αντιμετωπίζεται ως νομική παράβαση.  Με την απώλεια της θεώρησης του κόσμου στην ακεραιότητά του το πεδίο της νομικής ρύθμισης περιορίζεται στις περιπτώσεις της φανερής βλάβης, αλλά ακόμα και τα πλαίσια της τελευταίας συρρικνώνονται με την καταστροφή του κοινωνικού ηθικού και την εκκοσμίκευση της συνείδησης. Λ.χ. η μαγεία, που ήταν ένα βαρύ έγκλημα στις αρχαίες κοινωνίες, σήμερα αντιμετωπίζεται από το δίκαιο ως μια ανύπαρκτη πράξη και επομένως δεν τιμωρείται.

Η πεπτωκυία φύση του ανθρώπου, η οποία διέφθειρε τη συνείδηση του, δεν του επιτρέπει να δεχθεί το θείο νόμο σε όλη την πληρότητά του. Στις διάφορες εποχές συνειδητοποιείτο ένα μόνο μέρος αυτού του νόμου. Το γεγονός αυτό φανερώνεται σαφώς από την ευαγγελική ομιλία του Σωτήρα με θέμα το διαζύγιο. Ο Μωυσής επέτρεψε τη διάλυση του γάμου στους ομογενείς «πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν αυτών», «ἀπ’ ἀρχῆς» δε γέγονεν αλλιώς, διότι μέσα στο γάμο ο άνθρωπος γίνεται «εἰς σάρκα μίαν» με τη γυναίκα αυτού, και για αυτό το λόγο ο γάμος είναι αδιάλυτος (Μθ. 19. 3-6).

Όμως σε εκείνες τις περιπτώσεις, όταν ο ανθρώπινος νόμος καταργεί εντελώς τη θεία αρχή αντικαθιστώντας αυτή από την αντίθετη, παύει να είναι νόμος και γίνεται ανομία, οποιεσδήποτε νομικές ενδυμασίες και αν ενδυθεί. Π.χ. στο Δεκάλογο αναφέρεται ρητώς: «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου» (Εξ. 20. 12). Η κάθε αντίθετη προς την εντολή αυτή κοσμική αρχή καθιστά εγκληματία όχι τον παραβάτη, αλλά τον ίδιο τον νομοθέτη. Με άλλα λόγια, ο ανθρώπινος νόμος ποτέ δεν περιλαμβάνει τον πλήρη θείο νόμο, αλλά για να παραμείνει νόμος πρέπει να αντιστοιχεί στις θεοσύστατες αρχές και όχι να τις καταστρέφει.

IV.4. Το θρησκευτικό και κοσμικό δίκαιο ιστορικά προέρχονται από μια πηγή και για ένα μακρύ διάστημα αποτελούσαν τις δυο μόνο πτυχές του ιδίου νομικού πεδίου. Μια τέτοια αντίληψη για το δίκαιο είναι χαρακτηριστική και για την Παλαιά Διαθήκη.

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Οποίος κάλεσε τους δικαίους στη Βασιλεία «όχι εκ του κόσμου τούτου», χώρισε (Λκ. 12. 51-52) την Εκκλησία ως Σώμα Του από τον κόσμο, που ευρίσκεται στο κακό. Μέσα στον χριστιανισμό ο εσωτερικός νόμος της Εκκλησίας είναι ελεύθερος από την πνευματικά πεπτωκυία κατάσταση του κόσμου και ακόμα αντιτάσσεται σε αυτόν (Μθ. 5. 21-47). Όμως αυτή η αντιδιαστολή δεν είναι η παράβαση, αλλά η εφαρμογή του νόμου του πληρώματος της Θείας Δικαιοσύνης, την οποία απέρριψε η ανθρωπότητα μέσα στην πτώση. Συσχετίζοντας τις παλαιοδιαθηκηκές αρχές και την αρχή του Ευαγγελίου, ο Κύριος στην επί του Όρους ομιλία καλεί στην επίτευξη της πλήρης ταυτότητας της ζωής με το θείο νόμο, δηλαδή στη θέωση: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν» (Μθ. 5. 48).

IV.5. Στην Εκκλησία, η οποία οικοδομήθηκε από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ισχύει ένα ιδιαίτερο δίκαιο, τη βάση του οποίου αποτελεί η Θεία Αποκάλυψη. Αυτό είναι το κανονικό δίκαιο. Εάν τα άλλα θρησκευτικά θεσπίσματα δόθηκαν για την εκπεσούσα από τον Θεό ανθρωπότητα και κατά τη φύση τους μπορούν να είναι ένα μέρος της αστικής νομοθεσίας, το χριστιανικό δίκαιο είναι κατ’ αρχήν υπερκοινωνικό. Δε μπορεί να αποτελεί άμεσα ένα μέρος της αστικής νομοθεσίας, αν και στις χριστιανικές κοινωνίες την επηρεάζει θετικά, αποτελώντας το ηθικό της θεμέλιο.

Τα χριστιανικά κράτη συνήθως χρησιμοποίησαν το παραλλαγμένο δίκαιο της ειδωλολατρικής εποχής (π.χ. το Ρωμαϊκό δίκαιο στο «Corpus» του Ιουστινιανού), διότι μέσα του περιελάμβανε τα όρια που συμμορφώθηκαν με τη θεία δικαιοσύνη.   Όμως η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα αστικό, ποινικό ή κρατικό δίκαιο θεμελιωμένο αποκλειστικά στο Ευαγγέλιο δεν είναι εφικτή, εφόσον χωρίς την εκκλησιαστικοποίηση της ζωής, δηλαδή χωρίς την πλήρη νίκη κατά της αμαρτίας, το δίκαιο της Εκκλησίας δε μπορεί να γίνει το δίκαιο του κόσμου. Και αυτή η νίκη επιτυγχάνεται μόνο στην εσχατολογική της προοπτική.

Άλλωστε, η πρωτοβουλία που ανέλαβε ο Άγιος Αυτοκράτορας Ιουστινιανός για τον εκχριστιανισμό του νομικού συστήματος, το οποίο κληρονόμησε από την ειδωλολατρική Ρώμη, αναδείχθηκε αρκετά επιτυχής. Αυτό οφείλεται  πρωτίστως στο γεγονός ότι κατά τη σύνταξη του «Corpus» ο νομοθέτης είχε σαφή συνείδηση των συνόρων που χωρίζουν την τάξη του κόσμου τούτου, η οποία ακόμα και στη χριστιανική εποχή φέρει τη σφραγίδα της πτώσεως και της αμαρτωλής φθοράς, από τα θεσπίσματα του ευλογημένου σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας, ακόμα και στην περίπτωση που τα μέλη αυτού του σώματος και οι πολίτες της χριστιανικής Πολιτείας είναι τα ίδια πρόσωπα. Το «Corpus» του Ιουστινιανού προσδιόρισε για πολλούς αιώνες το νομικό καθεστώς του Βυζαντίου και επηρέασε σημαντικά την ανάπτυξη του δικαίου στη Ρωσία και στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες στο Μεσαίωνα και στη Νέα Εποχή.

IV.6. Στη σύγχρονη κοσμική νομική σκέψη μια από τις επικρατούσες αρχές είναι η αντίληψη για τα αναπόσπαστα δικαιώματα του ανθρώπου.

Η ιδέα αυτών των δικαιωμάτων βασίζεται στη βιβλική διδασκαλία περί του ανθρώπου ως εικόνας και ομοίωσης του Θεού, ως του οντολογικά ελεύθερου όντος. «Μελέτησε αυτά που είναι γύρω σου, αναφέρει ο Μέγας Αντώνιος, και να γνωρίζεις ότι οι ηγεμόνες και οι άρχοντες έχουν εξουσία μόνο πάνω στο σώμα και όχι στη ψυχή και αυτό να το κρατήσεις για πάντα στο μυαλό σου. Και αυτό, γιατί όταν δίνουν εντολή λ.χ. να φονεύσουν ή άλλο τι να κάνουν άτοπο, άδικο ή ψυχοβλαβές, δεν πρέπει να τους υπακούσεις, έστω και αν βασανίσουν το σώμα. Ο Θεός δημιούργησε τη ψυχή ελεύθερη και αυτεξούσια και είναι σε θέση να πράττει αυτό που θέλει: καλό ή κακό».

Η χριστιανική κοινωνική και κρατική ηθική αξίωσε τη διατήρηση ενός αυτόνομου τομέα για τον άνθρωπο, στον οποίο η συνείδησή του θα μένει «αυτεξούσια» κυρίαρχη, διότι από την ελεύθερη έκφραση της βούλησης εξαρτάται τελικώς η σωτηρία ή η απώλεια, η οδός προς τον Χριστό ή οδός από τον Χριστό. Τα δικαιώματα πίστης, ζωής, οικογένειας αποτελούν την προστασία των ενδόμυχων βάσεων της ανθρώπινης ελευθερίας από την αυθαιρεσία των ξένων δυνάμεων. Άλλα εξωτερικά δικαιώματα, όπως π.χ. το δικαίωμα της ελευθερίας της μετακίνησης, της λήψης πληροφοριών, της δημιουργίας περιουσίας, της κατοχής ή μεταβίβασης αυτής, συμπληρώνουν και εγγυούνται αυτά τα εσωτερικά δικαιώματα.

Ο Θεός διατηρεί την ελευθερία τоυ ανθρώπου και ποτέ δεν εκβιάζει τη βούλησή του. Ο σατανάς αντίθετα, επιδιώκει να καταλάβει τη βούληση του ανθρώπου και να τη σκλαβώσει. Εάν το δίκαιο συμμορφώνεται με τη θεία δικαιοσύνη, η οποία αποκαλύφθηκε από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τότε είναι πάντα φύλακας της ανθρώπινης ελευθερίας: «οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β Коρ. 3. 17) και, αντίστοιχα, προστατεύει τα αναπόσπαστα δικαιώματα του προσώπου. Εκείνες οι παραδώσεις, οι οποίες αγνοούν την αρχή της ελευθερίας του Χριστού, ενίοτε επιδιώκουν την υποταγή της συνείδησης του ανθρώπου στην εξωτερική βούληση του ηγέτη ή του συνόλου.

IV.7. Με την εκκοσμίκευση οι υψηλές αρχές των αναλλοίωτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν μετατραπεί στην έννοια των δικαιωμάτων του ατόμου εκτός της σχέσης του με τον Θεό. Ταυτόχρονα η προστασία της ελευθερίας του προσώπου μετασχηματίστηκε στην προστασία της αυθαιρεσίας (εφόσον δεν αποβαίνει επιζήμια για τα άλλα άτομα), όπως επίσης και στην αξίωση η Πολιτεία να προσφέρει εγγυήσεις για ένα συγκεκριμένο υλικό επίπεδο διαβίωσης του προσώπου και της οικογένειας. Μέσα στο σύστημα της σύγχρονης ανθρωπιστικής αντίληψης των αστικών δικαιωμάτων ο άνθρωπος εκλαμβάνεται όχι ως εικόνα του Θεού, αλλά ως αύταρκες και αυτοδύναμο υποκείμενο. Όμως εκτός Θεού υπάρχει μόνο ο πεπτωκός άνθρωπος, ο οποίος ευρίσκεται μακριά από το προσδοκώμενο από τους χριστιανούς  ιδεώδες της τελειότητας, η οποία φανερώθηκε στον Χριστό («ιδού, ο Άνθρωπος!»). Όμως στη χριστιανική νομική θεώρηση η ιδέα της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιδέα της διακονίας.

Ο χριστιανός χρειάζεται αυτά τα δικαιώματα, διότι αυτά του παρέχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθεί με τον καλύτερο τρόπο στην υψηλή του κλίση προς την  «ομοιότητα του Θεού», να επιτελέσει το καθήκον του ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας, των άλλων ανθρώπων, της οικογένειας, της Πολιτείας, του λαού και των άλλων ανθρωπίνων κοινοτήτων.

  Ως αποτέλεσμα της εκκοσμίκευσης στη νεότερη εποχή επικράτησε η θεωρία του φυσικού δικαίου, η ουσία της οποίας δεν λαμβάνει υπόψη την πεπτωκυία κατάσταση της ανθρώπινης φύσης. Όμως η θεωρία αυτή δεν απώλεσε τη σχέση με την χριστιανική παράδοση, διότι βασίζεται στη πεποίθηση ότι οι έννοιες του καλού και του κακού είναι έμφυτες στην ανθρώπινη φύση και για το λόγο αυτό το δικαίωμα πηγάζει από την ίδια τη ζωή, βασιζόμενο στη συνείδηση  («κατηγορηματική ηθική προστακτική»). Η συγκεκριμένη θεωρία κυριαρχούσε  στην ευρωπαϊκή κοινότητα μέχρι τον ΙΘ΄ αι. Τα πρακτικά της επακόλουθα ήταν, πρώτον, η αρχή της ιστορικής αλληλουχίας του νομικού πεδίου (το δίκαιο δε μπορεί να καταργηθεί, όπως δε μπορεί να καταργηθεί η συνείδηση, αλλά δύναται να τελειοποιηθεί ή να προσαρμοσθεί με νόμιμο τρόπο στις νέες συνθήκες και περιπτώσεις), δεύτερον, η αρχή του νομικού προηγούμενου (το δικαστήριο, συμμορφούμενο με τη συνείδηση και το νομικό έθιμο, δύναται να εκδώσει μια ορθή, δηλαδή αντιστοιχούσα στη Δικαιοσύνη του Θεού, απόφαση).

Στη σύγχρονη θεώρηση του δικαίου επικρατούν οι απολογητικές ενώπιον του θετικού, ισχύοντος δικαίου απόψεις. Σύμφωνα με αυτές το δίκαιο αποτελεί μια ανθρώπινη επινόηση, μια υποδομή, την οποία κατασκευάζει η κοινωνία για το συμφέρον της, για την επίτευξη των προσδιοριζόμενων από την ίδια την κοινωνία στόχων. Επομένως, οποιεσδήποτε τροποποιήσεις του δικαίου, εάν γίνουν αποδεκτές από την κοινωνία, είναι νόμιμες. Ο γραπτός κώδικας δεν έχει καμία απολύτως νομική βάση. Υπό την άποψη αυτή νόμιμη είναι και η επανάσταση που απορρίπτει με βία τους νόμους του «παλαιού κόσμου», όπως είναι νόμιμη και η πλήρης άρνηση του ηθικού ορίου, εάν αυτή η άρνηση είναι αποδεκτή από την κοινωνία. Έτσι, εάν για τη σύγχρονη κοινωνία η έκτρωση δεν θεωρείται φόνος, το ίδιο ισχύει και από την νομική άποψη. Οι απολογητές του θετικού δικαίου θεωρούν ότι η κοινωνία δύναται να εισάγει πολύ διαφορετικά μεταξύ τους όρια, ενώ, από την άλλη πλευρά, θεωρούν ότι αυτή καθεαυτή η ύπαρξη ενός ισχύοντος νόμου καθιστά αυτόν νόμιμο.

IV.8. Το νομικό σύστημα μιας ορισμένης χώρας αποτελεί μια επί μέρους παραλλαγή της γενικής νομικής αντιλήψεως, χαρακτηριστικής για έναν συγκεκριμένο λαό. Οι θεμελιώδεις αρχές των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, μεταξύ των αρχών και της κοινωνίας, των θεσμών μεταξύ τους, καθιερώνονται από την εθνική νομοθεσία σύμφωνα με την ιστορική πορεία του συγκεκριμένου έθνους. Το εθνικό δίκαιο είναι ατελές, διότι ατελής και αμαρτωλός είναι κάθε λαός. Όμως εάν αυτό μεταφέρει και προσαρμόζει τις απόλυτες θείες αλήθειες στο συγκεκριμένο ιστορικό και εθνικό γίγνεσθαι, δημιουργεί τα πλαίσια για τη ζωή του λαού.

Έτσι η νομοθεσία στη Ρωσία επί μια χιλιετία αναπτυσσόταν βαθμιαίως και γινόταν πιο σύνθετη μαζί με την ανάπτυξη και της ίδιας της κοινωνίας. Ο εκχριστιανισμός προσέθεσε στο σύνηθες Σλαβονικό δίκαιο, το οποίο τον Ι΄ αιώνα διατηρούσε εν μέρει τις αρχαίες κοινές άριες μορφές, τα στοιχεία του βυζαντινού δικαίου μέσα από τον «Κώδικα» του Ιουστινιανού  που ανάγεται στο κλασικό ρωμαϊκό δίκαιο και τους ιερούς κανόνες που συγχωνεύτηκαν τότε με το αστικό δίκαιο. Από τον ΙΖ΄ αιώνα το ρωσικό δίκαιο αφομοιώνει ενεργά τα όρια και την νομική λογική της δυτικοευρωπαϊκής νομοθεσίας. Αυτό συνέβαινε με αρκετά οργανικό τρόπο, διότι η θεμελιώδης για την Ευρώπη ρωμαϊκή νομική παράδοση κληρονομήθηκε από τη Ρωσία από την Κωνσταντινούπολη ήδη με το χριστιανισμό κατά τον Ι – ΙΑ΄ αι. Η αρχαία «Russkaja Pravda» (Ρωσική  Δικαιοσύνη), τα διατάγματα των ηγεμόνων και οι τοπικές νομοθετικές ρυθμίσεις, οι νομοθετικοί κώδικες και οι δικονομικοί κώδικες, τα Εκατό Κεφάλαια και η Συνοδική Διάταξη του 1649, τα Άρθρα του Μεγάλου Πέτρου και τα διατάγματά του, τα νομοθετήματα της Αικατερίνης της Μεγάλης και του Αλεξάνδρου Α΄, οι μεταρρυθμίσεις του Αλεξάνδρου Β΄ και οι Βασικοί νόμοι της Πολιτείας του 1906 αποτελούσαν ένα ενιαίο νομικό ιστό του διαμορφούμενου λαϊκού οργανισμού. Κάποιοι νόμοι παλαιώθηκαν και περιήλθαν σε αχρηστία, αντικαθιστάμενοι από άλλους. Ορισμένες νομικές καινοτομίες αποδείχθηκαν ατυχείς, ασύμβατες με το ρυθμό της ζωής του λαού και έπαυσαν να εφαρμόζονται. Η ροή του ποταμού της ρωσικής εθνικής νομοθεσίας, οι πηγές του οποίου ανάγονται στη μακρινή ιστορία, διεκόπη το 1917. Στις 22 Νοεμβρίου του 1917 το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων, συμμορφούμενο με το πνεύμα της θετικής αντίληψης του δικαίου, ακύρωσε ολόκληρη τη ρωσική νομοθεσία. Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού κρατικού συστήματος στις χώρες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών και της Βαλτικής το σύστημα του δικαίου βρίσκεται στη διαδικασία ανασύστασης και θεμελιώνεται στις ιδέες, οι οποίες κυριαρχούν στη σύγχρονη εκκοσμικευμένη προσέγγιση του δικαίου.

IV.9. Διατηρώντας το δικό της αυτόνομο δίκαιο, το οποίο θεμελιώνεται στους ιερούς κανόνες και δεν υπερβαίνει τα όρια της εκκλησιαστικής ζωής, η Εκκλησία του Χριστού μπορεί να ενεργεί μέσα στα πλαίσια των διαφόρων συστημάτων δικαίου, τα οποία αντιμετωπίζει με το δέοντα σεβασμό. Η Εκκλησία πάντα καλεί το ποίμνιό της να είναι νομοταγείς πολίτες της επίγειας πατρίδας. Ταυτόχρονα όμως τονίζει και το αδιασάλευτο όριο της υπακοής στους νόμους για τα πιστά τέκνα της.

Σε ότι αφορά αποκλειστικά στη γήινη τάξη πραγμάτων, ο ορθόδοξος χριστιανός υποχρεούται να υπακούει στους νόμους, ανεξάρτητα από το κατά πόσον είναι τέλειοι ή ατυχείς. Όταν δε η εφαρμογή του νόμου παρουσιάζει κίνδυνο για την αιώνια σωτηρία, προϋποθέτει μια πράξη αποστασίας ή τη διάπραξη μιας άλλης βέβαιης αμαρτίας κατά του Θεού και του πλησίον, ο χριστιανός καλείται στον αγώνα της ομολογίας υπέρ της δικαιοσύνης του Θεού και της σωτηρίας της ψυχής για την αιώνια ζωή. Πρέπει να τάσσεται ανοικτά και με νόμιμο τρόπο εναντίον της φανερής παραβίασης από την κοινωνία ή την Πολιτεία των όρων ή των εντολών του Θεού και εάν αυτή η νόμιμη διαδήλωση είναι ανέφικτη ή αναποτελεσματική, τότε καλείται να κρατήσει στάση πολιτικής ανυπακοής (βλπ. III.5).