1.1. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, η οποία δημιουργήθηκε από τον Ίδιο τον Κύριο και Σωτήρα ημών, στερεώθηκε και πληρώθηκε από το Άγιο Πνεύμα και για την οποία ο Ίδιος ο Σωτήρας ημών ανέφερε: «οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18). Αυτή είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, φύλακας και δότης των Αγίων Μυστηρίων σε όλο τον κόσμο, «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α Τιμ. 3, 15). Έχει πλήρη ευθύνη για τη διάδοση της Αλήθειας του Ευαγγελίου του Χριστού και ταυτόχρονα την πλήρη εξουσία να μαρτυρεί για «τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (Ιουδ. 3).

1.2. Η Εκκλησία του Χριστού είναι μία και μοναδική (Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος «Περί της ενότητας της Εκκλησίας»). Βάση της ενότητας της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού, αποτελεί το γεγονός ότι έχει μια Κεφαλή, δηλαδή τον Κύριο Ιησού Χριστό (Εφ. 5, 23) και ενεργεί ένα Άγιο Πνεύμα, το Οποίο ζωοποιεί το Σώμα της Εκκλησίας και ανανεώνει όλα τα μέλη της με τον Χριστό ως την Κεφαλή αυτής.

1.3. Η Εκκλησία είναι η ενότητα του «νέου ανθρώπου εν Χριστώ». Με την ενσάρκωση και την ενανθρώπιση ο Υιός του Θεού  «άρχισε εκ νέου τη μακρά σειρά των ανθρωπίνων πλασμάτων» (ο Άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου), δημιουργώντας ένα νέο, ευλογημένο λαό, τους πνευματικούς απογόνους του Δευτέρου Αδάμ. Η ενότητα της Εκκλησία υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη ή γήινη ενότητα, διότι δόθηκε άνωθεν ως τέλειο και θείο δώρο. Τα μέλη της Εκκλησίας είναι ενωμένα στο Χριστό από τον Ίδιο, είναι ενωμένα σαν την άμπελο, ριζώθηκαν μέσα Τού και συνενώθηκαν στην ενότητα της αιώνιας και πνευματικής ζωής.

1.4. Η ενότητα της Εκκλησίας υπερβαίνει όλους τους φραγμούς και όλα τα όρια, ακόμα και τα φυλετικά, τα γλωσσικά και τα κοινωνικά. Ο Ευαγγελισμός της σωτηρίας πρέπει να κηρυχθεί σε όλα τα έθνη, ώστε αυτά να προσαχθούν στους ενωμένους κόλπους, να ενωθούν με τη δύναμη της πίστεως και της χάριτος του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. 28, 19–20, Μκ. 16, 15, Πραξ. 1, 8).

1.5. Μέσα στην Εκκλησία υπερβαίνονται η εχθρότητα και η αποξένωση και πραγματοποιείται η ένωση της διαιρημένης από την αμαρτία ανθρωπότητας κατ’  εικόνα της Ομοούσιας Τριάδας στην αγάπη.

1.6. Η Εκκλησία είναι η ενότητα του Πνεύματος στο σύνδεσμο της ειρήνης (Εφ. 4, 3), το πλήρωμα και η συνέχεια της ευλογημένης ζωής και της πνευματικής εμπειρίας. «Όπου είναι η Εκκλησία εκεί είναι και το Άγιο Πνεύμα, και όπου ευρίσκεται το Άγιο Πνεύμα εκεί είναι και κάθε χάρη» (ο Άγιος Ειρηναίος Επίσκοπος Λουγδούνου «Κατά των αιρέσεων». Βιβλίο 3, κεφ. XXIV). Η βάση για την ενότητα και το αλώβητο της εκκλησιαστικής πίστεως εντοπίζεται στην ενότητα της ευλογημένης ζωής. Πάντα και αμετάβλητα «διδάσκει το Πνεύμα το Άγιο την Εκκλησία δια των Αγίων Πατέρων και διδασκάλων. Η Καθολική Εκκλησία δεν μπορεί να αμαρτάνει ή να πλανάται ή να ψεύδεται αντί να ομιλεί την αλήθεια, διότι το Άγιο Πνεύμα, το οποίο πάντα ενεργεί δια των πιστών λειτουργών του, δηλ. των πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας, την προστατεύει από κάθε πλάνη» (Η Επιστολή των Πατριαρχών της Ανατολής).

1.7. Η Εκκλησία έχει οικουμενικό χαρακτήρα, διότι υπάρχει στον κόσμο με τη μορφή των διαφόρων κατά τόπους Εκκλησιών, χωρίς όμως αυτό να μειώνει στο ελάχιστο την ενότητά της. «Η Εκκλησία, φωτισμένη από το φως του Κυρίου, άπλωσε τις ακτίνες της σε όλη την οικουμένη, όμως το φως, το πανταχόθεν εκχυνόμενο, παραμένει το ίδιο και η ενότητα του σώματος παραμένει αδιαίρετη. Η Εκκλησία απλώνει σε όλη την οικουμένη τους φορτωμένους με καρπούς κλάδους της, οι πλούσιες πηγές της ρέουν σε μακρινές αποστάσεις… και όμως παρ’ όλα ταύτα η Κεφαλή παραμένει μια, όπως μια είναι η αρχή και μια η μητέρα, πλούσια σε καρπούς» (Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνας «Περί της ενότητος της Καθολικής Εκκλησίας»).

1.8. Η εκκλησιαστική ενότητα ευρίσκεται σε αδιάκοπη σχέση με το Μυστήριο της Ευχαριστίας όπου οι πιστοί καθώς μεταλαμβάνουν του Ενός Σώματος του Χριστού, ενώνονται αληθινά  και πραγματικά σε ένα και καθολικό σώμα μέσα στο μυστήριο της αγάπης στον Χριστό, μέσα στην μεταμορφωτική δύναμη του Πνεύματος. «Εάν  «πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν», πάντες ένα σώμα  συγκροτούμε (Α Κορ. 10,17), διότι ο Χριστός δεν μερίζεται. Για τον λόγο αυτό η Εκκλησία ονομάζεται σώμα Χριστού ενώ εμείς είμαστε επί μέρους μέλη, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο (Α Κορ. 12, 27)» (Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας).

1.9. Η Μία, Αγία και Καθολική Εκκλησία είναι η Αποστολική Εκκλησία. Μέσα από την θεοΐδρυτη ιεροσύνη οι δωρεές του Αγίου Πνεύματος μεταδίδονται στους πιστούς. Η αποστολική διαδοχή της Ιεραρχίας από τους αγίους Αποστόλους αποτελεί το θεμέλιο της κοινωνίας και της ενότητας της ευλογημένης ζωής. Η αποστασία από την νόμιμη Ιεραρχία ισοδυναμεί με την αποστασία από το Άγιο Πνεύμα και από τον Ίδιο τον Χριστό. «Να ακολουθείτε όλοι τον Επίσκοπο όπως ο Ιησούς Χριστός τον Πατέρα και το πρεσβυτέριο όπως τους αποστόλους. Τους διακόνους να τιμάτε ως την εντολή του Θεού. Χωρίς τον Επίσκοπο ουδείς μπορεί να πράξει οτιδήποτε στην Εκκλησία  <…> Όπου είναι ο Επίσκοπος εκεί πρέπει να είναι και ο λαός, με τον ίδιο τρόπο, όπου είναι ο Ιησούς Χριστός εκεί είναι και η Καθολική Εκκλησία» (Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας. Προς Σμυρναίους. 8).

1.10. Η κοινωνία του κάθε μέλους της Εκκλησίας με ολόκληρη την Εκκλησία πραγματοποιείται μόνο μέσα από τη σχέση με τη συγκεκριμένη κοινότητα. Διαταράσσοντας τις κανονικές του επαφές με την τοπική Εκκλησία ο χριστιανός παραβιάζει με αυτό τον τρόπο την ευλογημένη του ένωση με ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα και αποσπάται από αυτό. Κάθε αμαρτία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απομακρύνει τον άνθρωπο από την Εκκλησία όμως δεν τον αφορίζει από αυτή απολύτως. Σύμφωνα με την ερμηνεία της αρχαίας Εκκλησίας ο αφορισμός ήταν ο αποκλεισμός από την ευχαριστιακή συνέλευση. Όμως η επανένταξη ενός αφορισθέντος στην εκκλησιαστική κοινωνία ποτέ δεν πραγματοποιείτο μέσα από την Αναβάπτιση. Η πίστη στο ανεξίτηλο του Βαπτίσματος ομολογείται στο Σύμβολο της πίστεως της Νικαίας –Κωνσταντινουπόλεως: «Ὀμολογῶ ἐν Βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ο 47ος Αποστολικός κανόνας αναφέρει: «Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, τὸν κατὰ ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα ἐὰν ἄνωθεν βαπτίσῃ… καθαιρείσθω».

1.11. Με αυτό τον τρόπο η Εκκλησία μαρτυρούσε ότι ο αφορισθείς διατηρεί την «σφραγίδα» της συμμετοχής στον λαό του Θεού. Υποδεχόμενη τον αφορισθέντα στους κόλπους της η Εκκλησία επαναφέρει στη ζωή εκείνον, ο οποίος είχε ήδη βαπτισθεί με το Πνεύμα σε ένα σώμα. Με την στέρηση της κοινωνίας ενός μέλους της, το οποίο σφραγίσθηκε από την ημέρα της Βάπτισής του, η Εκκλησία ελπίζει στην επιστροφή του.  Ο αφορισμός προσεγγίζεται από αυτή μόνο ως μέσο για την πνευματική αναγέννηση του αφορισθέντος.

1.12. Κατά τη διάρκεια των αιώνων η εντολή του Χριστού για την ενότητα παραβιάστηκε κατ’ επανάληψη. Παρά την εντεταλμένη από τον Θεό καθολική ομοφωνία και ομοψυχία ανέκυψαν στο Χριστιανισμό διαφωνίες και διαιρέσεις.  Η Εκκλησία πάντα αντιμετώπισε αυστηρά όσους τάχθηκαν εναντίον της καθαρότητας της σωτηρίας της πίστης και όσους δημιουργούσαν στην Εκκλησία διαιρέσεις και σύγχυση: «Προς τι οι έριδες, ο θυμός, οι διαφωνίες, οι διαιρέσεις και οι ύβρεις; Ένας δεν είναι μεταξύ ημών ο Θεός και ένας ο Χριστός, μια δεν είναι και η κλήση στον Χριστό; Γιατί διαιρούμε και αποσπούμε τα του Χριστού μέλη, ξεσηκωνόμαστε εναντίον του ιδίου μας σώματος, και μέχρι ποία αφροσύνη φθάνουμε ώστε να λησμονούμε ακόμη ότι μεταξύ μας είμαστε μέλη» (Άγιος Κλήμης Ρώμης, Προς Κορινθίους Επιστολή 1. 46).

1.13. Κατά τη διάρκεια της χριστιανικής ιστορίας από την ενωμένη Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποσπάστηκαν μόνο μερικοί χριστιανοί, αλλά και ολόκληρες χριστιανικές κοινότητες. Ορισμένες από αυτές εξαφανίσθηκαν στο πέρασμα της ιστορίας, ενώ άλλες επέζησαν για πολλούς αιώνες. Οι πιο σημαντικές διαιρέσεις της πρώτης χιλιετίας που σώζονται μέχρι σήμερα δημιουργήθηκαν μετά την άρνηση εκ μέρους μερικών χριστιανικών κοινοτήτων να αποδεχθούν τις αποφάσεις της Γ’ και Δ’ Οικουμενικής Συνόδου, με αποτέλεσμα να ευρίσκονται σε σχίσμα οι υφιστάμενες μέχρι σήμερα Ασσυριακή Εκκλησία της Ανατολής, οι μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες όπως η Κοπτική, η Αρμενική, η Σύρο-Ιακωβίτικη, Αιθιοπική και η Εκκλησία του Μαλαμπάρ. Κατά τη δεύτερη χιλιετία, μετά την απόσχιση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέσα στο Δυτικό χριστιανισμό δημιουργήθηκαν εσωτερικές διαιρέσεις που οφείλονταν στη Μεταρρύθμιση και οδήγησαν στην αδιάλειπτη διαδικασία διαμορφώσεως πολλών χριστιανικών ομολογιών, οι οποίες δεν ευρίσκονται σε κοινωνία με το Θρόνο της Ρώμης. Διαιρέσεις σημειώθηκαν επίσης και στους κόλπους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

1.14. Οι πλάνες και οι αιρέσεις αποτελούν τον καρπό της εγωιστικής αυτοπροβολής και απομόνωσης. Κάθε διαίρεση ή σχίσμα οδηγούν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην απόσχιση από το Πλήρωμα της Εκκλησίας. Η διαίρεση, ακόμα και αν δεν οφείλεται σε λόγους δογματικούς, αποτελεί παράβαση της διδασκαλίας της Εκκλησίας και σε τελική ανάλυση οδηγεί στις παραφθορές της πίστεως.

1.15. H Ορθόδοξη Εκκλησία δια του στόματος των Αγίων Πατέρων υποστηρίζει ότι η σωτηρία μπορεί να αποκτηθεί μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Ταυτόχρονα η κοινότητες, οι οποίες αποσχίστηκαν από την ενότητα με την Ορθοδοξία, πότε δεν αντιμετωπίστηκαν ως στερημένες πλήρως της χάριτος του Θεού. Η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας οδηγεί αναπόφευκτα στη διαφθορά του ευλογημένου βίου, αλλά όχι πάντα και στην πλήρη εξαφάνισή του στις αποσχισθείσες κοινότητες. Εδώ οφείλεται και η πράξη αποδοχής των προερχομένων στην Ορθόδοξη Εκκλησία από ετερόδοξες κοινότητες όχι μόνο μέσω του Μυστήριου του Βαπτίσματος. Παρά την διακοπή της κοινωνίας, παραμένει κάποια μη πλήρης κοινωνία, η οποία αποτελεί εγγύηση του ενδεχόμενου της επαναφοράς στην ενότητα μέσα στην Εκκλησία, στο καθολικό πλήρωμα και στην ενότητα.

1.16. Το εκκλησιαστικό καθεστώς των αποχισθέντων δεν επιδέχεται έναν μονοσήμαντο προσδιορισμό. Στον διαιρεμένο χριστιανικό κόσμο υπάρχουν ορισμένα γνωρίσματα που τον ενοποιούν, δηλαδή ο Λόγος του Θεού, η πίστη στον Χριστό ως Θεό και Σωτήρα ο Οποίος ήλθε «ἐν σαρκί» (Α Ιω. 1, 1–2,  4, 2, 9), και η ειλικρινής ευλάβεια.

1.17. Η ύπαρξη των διάφορων τελετών αποδοχής (διά του Βαπτίσματος, του Χρίσματος και της Μετάνοιας) αποδεικνύει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετωπίζει τις ετερόδοξες ομολογίες διακριτικά. Το κριτήριο αποτελεί το κατά πόσο διατηρούνται η πίστη και η δομή της Εκκλησίας και οι κανόνες της πνευματικής χριστιανικής ζωής. Με την καθιέρωση των διαφορών στις τελετές η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ασκεί κρίση ως προς τη διαφύλαξη ή διαφθορά της ευλογημένης ζωής στους ετεροδόξους, θεωρώντας αυτό Μυστήριο της Πρόνοιας και της Κρίσεως του Θεού.

1.18. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η αληθινή Εκκλησία, μέσα στην οποία διατηρείται απαρασάλευτα η Ιερή Παράδοση και το πλήρωμα της σωτήριας της χάριτος του Θεού. Διατήρησε πλήρως και καθαρή την ιερή κληρονομιά των αποστόλων και των αγίων πατέρων. Συνειδητοποιεί την ταυτότητα της διδασκαλίας, της δομής της θείας λατρείας και της πνευματικής πρακτικής της στο αποστολικό κήρυγμα και στην Παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας.

1.19. Η Ορθοδοξία δεν αποτελεί «εθνικό και πολιτιστικό κατεκτημένο» της Ανατολικής Εκκλησίας. Η Ορθοδοξία είναι η εσωτερική ιδιότητα της Εκκλησίας, είναι η διαφύλαξη της δογματικής αλήθειας, της λειτουργικής και ιεραρχικής δομής και των κανόνων του πνευματικού βίου, οι οποίοι διατηρούνται αδιάκοπα και αναλλοίωτα στην Εκκλησία από τους αποστολικούς χρόνους. Δεν πρέπει να υποκύπτουμε στον πειρασμό της εξιδανίκευσης του παρελθόντος ή να παραβλέπουμε τα τραγικά ελαττώματα ή τις αποτυχίες στην ιστορία της Εκκλησίας. Το παράδειγμα της πνευματικής αυτομεμψίας μας προσφέρουν κυρίως οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας. Η ιστορία της Εκκλησίας γνωρίζει αρκετές περιπτώσεις έκπτωσης στην αίρεση ενός σημαντικού μέρους του εκκλησιαστικού λαού.  Όμως γνωρίζει επίσης ότι η Εκκλησία μαχόταν κατά της αιρέσεως, γνωρίζει και την εμπειρία της επούλωσης των πληγών της αίρεσης των κάποτε πλανημένων, την εμπειρία της μετάνοιας και της επαναφοράς στους κόλπους της Εκκλησίας. Η τραγική εμπειρία της εκδήλωσης του εσφαλμένου φρονήματος στους κόλπους της ίδιας της Εκκλησίας και της μάχης εναντίον του δίδασκε τα τέκνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας να γρηγορούν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μαρτυρεί με ταπείνωση ότι διατηρεί την αλήθεια και ταυτόχρονα θυμάται όλα τα σκάνδαλα, τα οποία προέκυψαν στο πέρασμα της ιστορίας.

1.20. Λόγω της παραβάσης της εντολής για την ενότητα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την ιστορική τραγωδία του σχίσματος, οι διαιρεμένοι χριστιανοί αντί να προβάλουν το παράδειγμα της ενότητας μιμούμενοι την Αγία Τριάδα, αποτέλεσαν πηγή σκανδάλων. Η διαίρεση ανάμεσα στους χριστιανούς αναδείχθηκε ανοιχτή και αιμορραγούσα πληγή στο Σώμα του Χριστού. Η τραγωδία των διαιρέσεων αποτέλεσε μια σοβαρή ορατή διαφθορά της χριστιανικής καθολικότητας και ένα εμπόδιο στη μαρτυρία του Χριστού στον κόσμο. Διότι το έμπρακτο αυτής της μαρτυρίας της Εκκλησίας του Χριστού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εφαρμογή των διακηρυσσομένων από αυτή αληθειών στη ζωή και στην πράξη των χριστιανικών κοινοτήτων.