Έννοια της «οικουμενικότητας» στην Ορθόδοξη παράδοση

Στο επίκεντρο όχι μόνο της ενδοεκκλησιαστικής, αλλά και της ευρύτερης, κοινωνικής συζητήσεως βρέθηκαν, εξαιτίας των τελευταίων εξελίξεων γύρω από την  Ορθόδοξη Εκκλησία, ζητήματα της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας και του κανονικού δικαίου.

Κανείς δεν πρέπει πλέον να έχει αμφιβολίες ως προς τον προμελετημένο χαρακτήρα της πολιτικής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην αποδόμηση του ιστορικώς διαμορφωθέντος και κατωχυρωθέντος από την χιλιετή Ορθόδοξη παράδοση συστήματος εκκλησιαστικής διοικήσεως και όλες οι πράξεις του προς την κατεύθυνση αυτή – αρχής γενομένης από την κακόφημη Σύνοδο της Κρήτης του 2016 και καταλήγοντας στην άνευ προηγουμένου και με περιφρόνηση των ιερών κανόνων παρέμβαση στα του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ουκρανία – είναι σταθμισμένες και προσχεδιασμένες καλά.

Υπό τις συνθήκες αυτές κρίνεται ιδιαιτέρως σημαντικό να εξερευνήσουμε τη γένεση, την εξέλιξη και το εσωτερικό περιεχόμενο των σπουδαιότερων για την Ορθόδοξη παράδοση εννοιών και θεσμών, όπως η «Τοπική Εκκλησία», η «συνοδικότητα», η «καθολικότητα», το «πρωτείο» κλπ.

Παρακάτω προτείνεται να ανιχνεύσουμε την ιστορία της διαμορφώσεως και της εξελίξεως ενός εκ των βασικών όρων της Ορθοδόξου εκκλησιολογικής παραδόσεως, δηλαδή του «οἰκουμενικός».

  1. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ=ΠΑΝΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΣ

Η Ελληνική λέξη «οἰκουμένη» δηλώνει κυριολεκτικά την κατοικημένη γη. Όμως ήδη από την εποχή της αρχαιότητας αυτή η λέξη προσδιόριζε περιοχές εξαπλώσεως του Ελληνικού πολιτισμού σε αντιδιαστολή προς τα βαρβαρικά εδάφη. Τη Ρωμαϊκή εποχή ο ἐν λόγῳ όρος άρχισε να αντιλαμβάνεται πολιτικά, ὡς συνώνυμο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[1].

Για τις περαιτέρω κρίσεις είναι ιδιαιτέρως σπουδαίο ότι σε αυτή την τελευταία σημασία της η λέξη «οἰκουμένη» απαντά στην Καινή Διαθήκη και ιδίως στον Απόστολο Λουκά, στο Ευαγγέλιο και τις Πράξεις (Λκ. 2.1[2] και Πραξ. 17.6[3], 24.5[4]). Με την ευρύτερη σημασία της η «οἰκουμένη» ὡς αυτοκρατορία απαντά στον Απόστολο Παύλο για να προσδιορισθεί η κυρίως προσδοκία της χριστιανικής πίστεως, δηλαδή η μέλλουσα Βασιλεία του Θεού (Ἐβρ. 2.5[5]).

Κατὰ τὴν αγιοπατερική εποχή η χρήση της λέξεως «οἰκουμένη» παρέμενε διπλή: προσδιόριζε τόσο όλη την υδρόγειο[6], όσο και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία[7]. Η δεύτερη περίπτωση είναι χαρακτηριστική των επισήμων κειμένων, τα οποία αντανακλούν τις αξιώσεις των αυτοκρατόρων επί καθολικότητας της εξουσίας αυτών.

  1. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΩΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Στην Εκκλησία ο όρος «οἰκουμενικὸς» αρχίζει κυρίως να χρησιμοποιείται ως ονομασία της πάνκοινης Συνόδου Επισκόπων, η οποία συνήλθε, κατόπιν πρωτοβουλίας του αυτοκράτορα, το 325 στη Νίκαια. Είναι ενδεικτικό ότι γεωγραφικά όλη η αυτοκρατορία εκπροσωπήθηκε στην ἐν Νικαίᾳ Σύνοδο, η οποία ήταν πρώτη στη σειρά των παρομοίων συνελεύσεων πανεκκλησιαστικής εμβέλειας. Συνεκλήθη με το αυτοκρατορικό διάταγμα ως διάσκεψη Επισκόπων προς εξέταση των ενδοκρατικών εκκλησιαστικών προβλημάτων.

Προνόμια της αυτοκρατορικής εξουσίας στο χώρο του ιερού, ημπορούν να εξαχθούν από τη Ρωμαϊκή ειδωλολατρική νομική παράδοση[8]: πράγματα ιερά και κληρικοί υπάγονται στο δημόσιο δίκαιο, όπως αναφέρει το απόφθεγμα από τις «Διατάξεις» του Ουλπιανού, το οποίο ο Ιουστινιανός ενέταξε στον Α’ βιβλίο των «Πανδεκτών». Εφόσον σύμφωνα με το ούτως λεγόμενο Lex Regia του Βεσπασιανού, το επίσης ενταχθέν στις «Πανδέκτες», ο αυτοκράτορας έλαβε από το λαό όλα τα δικαιώματα της ύπατης πολιτικής εξουσίας, επίσης στην πρόνοιά του ανετίθεντο και θρησκευτικά ζητήματα. Οίκοθεν νοείται ότι τη χριστιανική εποχή – μετά από εξαιρετικά επίπονη προσαρμογή – τα δικαιώματα του αυτοκράτορα σε αυτό τον τομέα περιορίσθηκαν στο δημόσιο τομέα και τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Αλλά σαν κόκκινη κλωστή όλες τις αυτοκρατορικές σάκρες (sacra) περί συγκλήσεως Επισκόπων[9] διαπερνά η ιδέα ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι συγκαλούνται από πολιτικές αρχές με αμιγώς πολιτικούς σκοπούς (φροντίδα για την ομοψυχία του λαού, η δημόσια τάξη, η ευημερία του κράτους, νίκες του στρατού κα.).

Μόνο αργότερα κατά την αποδοχή των συνοδικών αποφάσεων από τις άλλες Εκκλησίες, εκτός της επικράτειας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η θέση αυτής, όπως και η θέση των μεταγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων, εδύνατο να εκλαμβάνεται ὡς πανχριστιανική. Η διαδικασία αποδοχής των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων είναι επίσης αξιοσημείωτη: έτσι, οι όροι της ἐν Νικαίᾳ Συνόδου έγιναν αποδεκτοί από την Περσική Εκκλησία της Ανατολής το έτος 410 στη Σύνοδο του Βεχ-Αρντασίρ, την οποία συνεκάλεσε, και το οποίο είναι χαρακτηριστικό, ο Σαχανσάχ  Ισδιγέρδης Α΄. Συνεπώς, η ἐν λόγῳ Σύνοδος αποτελεί ανάλογο της Οικουμενικής Συνόδου στην επικράτεια του Σασσανιδικού Ιράν με μια χαρακτηριστική διαφορά, ότι συνεκλήθη από ένα οπαδό του Ζωροάστρη και όχι από κατηχούμενο χριστιανό.

Μία Οικουμενική Σύνοδος ουδέποτε συνεκλήθη ὡς ανώτατο όργανο της εκκλησιαστικής διοικήσεως. Οι στόχοι της ήταν πάντοτε πολύ συγκεκριμένοι: η αναίρεση των αιρετικών διδασκαλιών και η διατύπωση των δογμάτων αφενός, και η αντιμετώπιση των φλεγόντων κανονικών ζητημάτων αφετέρου.

Ταυτόχρονα πρέπει να σημειωθεί ότι καίτοι οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων δικαίως μεν παρουσιάζονται ὡς θεμέλιο της κανονικής παραδόσεως της Ορθοδοξίας, η Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί μοναδική αλλά ούτε και εντελώς ξεχωριστή πηγή του εκκλησιαστικού δικαίου. Στον «Νομοκανόνα» έχουν περιληφθεί επίσης και έγκριτοι ορισμοί των αγίων πατέρων, οι αποφάσεις των Τοπικών Συνόδων και οι ερμηνείες των εκκλησιαστικών επιστημόνων κανονολόγων. Άρα, οι Οικουμενικές Σύνοδοι μόνο εντάσσονται στον ευρύ κύκλο της Ορθοδόξου νομικής παραδόσεως χωρίς όμως να την εξαντλούν.

Είναι άκρως σπουδαίες οι φόρμουλες, μέσα στις οποίες οι Οικουμενικές Σύνοδοι παραπέμπουν οι μία στην άλλη: δεν αναφέρονται όμως στις αποφάσεις των Συνόδων ως ξεχωριστών εκκλησιαστικών θεσμών, αλλά στις αποφάσεις των συμμετασχόντων Επισκόπων. Αυτή η ασήμαντη, σε πρώτη όψη, λεπτομέρεια, δεικνύει ότι οι συνοδικές αποφάσεις εκλαμβάνονταν όχι μέσα στα τυπικά-θεσμικά πλαίσια, αλλά ως ομόφωνες αποφάσεις των ἐν Πνεύματι Αγίῳ ενωμένων Επισκόπων.

Να τονισθεί με έμφαση ότι δεν υπάρχουν δογματικοί ή κανονικοί ορισμοί για τη θέση, τον χαρακτήρα και τη μορφή μιας Οικουμενικής Συνόδου. Επιπλέον, στην ιστορία συνήλθαν κατ΄επανάληψιν Σύνοδοι, οι οποίες συνεκαλούντο και ελειτούργουν ὡς Οικουμενικές, αλλά στη συνέχεια η Εκκλησιαστική παράδοση θα τις ονόμασε ψευδο-Συνόδους, των οποίων οι αποφάσεις θα καταδικασθούν πλέον ὡς αιρετικές. Όθεν, ο ορισμός των δογματικών αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων ὡς αλαθήτων τυγχάνει σε διαλεκτική σχέση με τον ίδιο τον ορισμό της Οικουμενικής Συνόδου, της οποίας οι δογματικές αποφάσεις αναγνωρίζονται ὡς Ορθόδοξες. Τέλος πάντων, δεν είναι η ίδια η Σύνοδος, η οποία ορίζει την οικουμενικότητά της: όλα αυτά συμβαίνουν κατά τη μεταγενέστερη αποδοχή των αποφάσεών της από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Παράλληλα, με τη διάδοση του όρου «Οἰκουμενική Σύνοδος» στη Δύση εμφανίζεται η έννοια της (Ecclesia universalis), δηλαδή της «οἰκουμενικής Εκκλησίας». Ταυτόχρονα, οι πάπες της Ρώμης, αρχίζοντας από το 5ο αι. υπερτονίζουν τη δευτερεύουσα σημασία οιωνδήποτε Συνόδων, συμπεριλαμβανομένων και των Οικουμενικών, έναντι της έδρας του Αποστόλου Πέτρου, της «πρωτευούσης» στην οικουμενική Εκκλησία[10].

  1. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΘΡΟΝΟΙ – Η ΠΕΝΤΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΩΝ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ

Ὡς προς τους Προκαθημένους των επισκοπικών θρόνων ο όρος «οἰκουμενικὸς» αρχίζει να χρησιμοποιείται μία εκατονταετία μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο.  Το 449, στην Β’ ἐν Εφέσῳ  («ληστρική») Σύνοδο ο Επίσκοπος Ολύμπιος Ευάζων της Μητροπόλεως Εφέσου προσφωνούσε τον πατριάρχη Διόσκορο «οἰκουμενικὸ πατριάρχη τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας»[11]. Η Εκκλησία της Εφέσου εκείνο το χρόνο αγωνιζόταν, και μάλιστα επιτυχώς, με τη συνδρομή της Αλεξανδρείας, να υπερασπισθεί την ανεξαρτησία της έναντι της Κωνσταντινουπόλεως, γι΄αυτό η προσφώνηση του Ολυμπίου δύναται να θεωρείται ως επίτηδες πομπώδης. Και όμως, η ίδια η χρήση του όρου «οἰκουμενικός» στα πλαίσια αυτά δεικνύει σαφώς ότι εκείνη την εποχή ήδη η σημασία της ήταν αντιληπτή και προφανώς υπεδείκνυε κάποια ιδιαίτερη θέση του Επισκόπου. Και μάλιστα, η θέση αυτή δεν ήταν αποκλειστική. Στους λιβέλλους κατά του ιδίου του Διοσκόρου, τους οποίες υπέβαλαν στη Ρώμη οι Αλεξανδρινοί κληρικοί Θεόδωρος, Ισχυρίων και Αθανάσιος, προσφωνούν τον πάπα Λέοντα το Μεγάλο «ἁγιώτατον καὶ μακαριώτατον οἰκουμενικὸν ἀρχιεπίσκοπον καὶ πατριάρχην τῆς μεγάλης Ρώμης»[12]. Επομένως, στην εκκλησιαστική πολιτική του 5ου αι. ο τίτλος «οἰκουμενικὸς», προς το παρόν άτυπα, υπεδείκνυε την ιδιαίτερη θέση του Επισκόπου και την πανεκκλησιαστική αυτού αυθεντία. Προφανώς, ότι μία τέτοια αντίληψη του όρου «οἰκουμενικὸς» κατέστη εφικτή μόνο με τη συσχέτιση αυτού με την πολιτική χρήση της λέξεως με την έννοια «παναυτοκρατορικός».

Τον 6ο αι. ο προσδιορισμός «οἰκουμενικός» εμφανίζεται στον τίτλο των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως. Για πρώτη φορά καταγράφεται στην διάταξη του Ιουστινιανού του έτους 530  «Ἐπιφανίῳ, ἀρχιεπισκόπῳ τῆς εὐδαίμονος πόλεως καὶ οἰκουμενικῷ πατριάρχῃ»[13]. Αυτό το μνημείο νομοθεσίας προκαλεί ενδιαφέρον και για τον εξής λόγο: ο θρόνος του Επιφανίου αποκαλείται «…τῇ ἁγιοτάτη μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ τῆς εὐδαίμονος ταύτης πόλεως, τῇ ἡμετέρᾳ καὶ πάντων μητρὶ, ἥτις κεφαλή ἐστι τῶν ἄλλων πασῶν»[14].

Εντούτοις, δεν πρέπει να αποπλανά αυτή η πομπώδης φρασεολογία. Πρώτον, ο τίτλος του «οἰκουμενικού» δεν χρησιμοποιείται εδώ ως καινοτομία, αλλά, μάλλον ως καθημερινή τελεταρχική έκφραση. Δεύτερον, η αρχηγία της Κωνσταντινουπόλεως ουδέποτε νοείτο ως απόλυτη. Ο ίδιος ο Ιουστινιανός καταχώρησε τούτο στο νόμο του 545 (Νοερά 131), όπου ακριβώς συμφώνως προς τις αποφάσεις της Α’ και Β’ Οικουμενικών Συνόδων ορίζεται ότι «…τὸν ἁγιώτατον τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης πάπαν πρῶτον εἶναι πάντων τῶν ἱερέων, τὸν δὲ μακαριώτατον ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως τῆς νέας Ῥώμης δευτέραν τάξιν ἐπέχειν μετὰ τὸν ἁγιώτατον ἀποστολικὸν θρόνον τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, τῶν δὲ ἄλλων πάντων προτιμάσθαι»[15].

Όμως το πλέον σημαντικό κείμενο για την κατανόηση του συστήματος του εκκλησιαστικού πολιτεύματος, το οποίο επεξεργάσθηκε από τη Ρωμαϊκή νομοθεσία επί Ιουστινιανού, αποτελεί η Νεαρά 109 του έτους 541. Περιλαμβάνει την ακόλουθη πρόταση: «αἱρετικοὺς δὲ καὶ ἐκεῖνοι εἰρήκασι και ἡμεῖς λέγομεν τοὺς διαφόρων ὄντας αἱρέσεων,…καὶ πρὸς γε πάντας τοὺς μὴ ὄντας μέλος τῆς ἁγίας τοῦ θεοῦ καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας, ἐν ᾗ πάντες ὁμοφώνως οἱ ἁγιώτατοι πάσης τῆς οἰκουμένης πατριάρχαι, ὅ τε τῆς ἑσπερίας Ῥωμης καὶ ταύτης τῆς βασιλίδος πόλεως καὶ Ἀλεξανδρείας καὶ Θεουπόλεως καὶ Ἱεροσολύμων, καὶ πάντες οἱ ὑπ’αὐτοὺς τεταγμένοι ὁσιώτατοι ἐπίσκοποι τὴν ἀποστολικὴν κηρύττουσι πίστιν τε καὶ παράδοσιν»[16].

Πραγματικά εδώ έχουμε να κάνουμε με την expressis verbis αρχή της εκκλησιαστικής «οἰκουμενικότηος», η οποία εκφραζόταν κατ΄επανάληψιν υπό άλλες μορφές, τόσο πριν όσο και μετά τον Ιουστινιανό. Αυτή η αρχή συνένωνε οργανικά τις έννοιες της Οικουμενικής Συνόδου και των πέντε Οικουμενικών πατριαρχικών θρόνων: η πρώτη αποτελούσε μια έκτακτη συνέλευση, ενώ την αποστολή αυτής – να καταδικάζει αιρέσεις και να ανακηρύττει την αποστολική πίστη και παράδοση – την  ασκούσαν τακτικώς οι πέντε πρεσβυγενείς επίσκοποι της «οἰκουμένης», δηλαδή της αυτοκρατορίας. Το καθεστώς των μελών μιας τέτοιας πενταρχίας ήταν ακριβώς κρατικό και όχι εκκλησιαστικό, διότι παράλληλα με τα πέντε πατριαρχεία συνυπήρχαν και άλλες αυτοκέφαλες Εκκλησίες, λ.χ. της Κύπρου ή ο ιδρυθείς από τον ίδιο τον Ιουστινιανό θρόνος της Α’ Ιουστινιανής. Παρά ταύτα, αυτοί οι θρόνοι, αυτοτελείς από την άποψη ιεροκανονική, συμπεριλήφθηκαν στον αριθμό των υποτεταγμένων στην πενταρχία στην κρατική όψη της «οἰκουμενικότητος». Όσο δε αφορά τις Εκκλησίες εκτός της αυτοκρατορίας, στο Ιράν, τη Γεωργία, την Αρμενία και την Αιθιοπία, οι εκκλησιαστικοί οργανισμοί αυτών ουδέποτε εθεωρήθησαν εντεταγμένες στην «οἰκουμένη». Η δογματική ενότητα των χριστιανών καθορίζετο μέσω της έννοιας της «καθολικότητος».

Οι σχέσεις μεταξύ των κατά τόπους Εκκλησιών διέφεραν κατά την τιμή, αλλά ήταν ισότιμες ως προς την εξουσία. Και μόνο λόγῳ των ιστορικών συνθηκών το σύστημα της πενταρχίας μετασχηματίσθηκε σε μεγάλο βαθμό υπέρ του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος μέχρι σήμερα απολαμβάνει τον τίτλο του «οἰκουμενικοῦ». Μολονότι, η παραδοσιακή χρήση αυτού του τίτλου από την πρώην πρωτεύουσα της πρώην Αυτοκρατορίας δεν πρέπει να επισκιάσει το γεγονός, ότι ἐξ αρχής, και πολλάκις αργότερα, «οἰκουμενικά» αναγνωρίζονταν  όλα τα πέντε πατριαρχεία, στα οποία εκείνη την εποχή και περιορίζετο όλο το πλήρωμα της Ορθοδοξίας στην Αυτοκρατορία.

Έτσι, ο περίφημος συγγραφέας και εκκλησιαστικός παράγοντας του 9ου αι. ο Άγιος Θεοφάνης ο Ομολογητής, ο προσκείμενος στο πατριαρχικό γραφείο Κωνσταντινουπόλεως, στη Χρονογραφία του αποκαλεί και τα πέντε πατριαρχεία «μεγάλοι καὶ οἰκουμενικοὶ θρόνοι»[17].

Επίσης, είναι άκρως σημαντικό ότι και μετά την άλωση του Βυζαντίου μια τέτοια αντίληψη διατηρείται στη Ρωσική παράδοση. Στον Καταστατικό Χάρτη της Συνόδου 1589, με τον οποίο ιδρύθηκε το πατριαρχείο στη Ρωσία, η απόδοση του πατριαρχικού τίτλου και αξιώματος στον Μόσχας Ιώβ από τον πατριάρχη Ιερεμία Β’ περιγράφεται ὡς εκλογή «ἡ δικὴ σου, τοῦ παναγιωτάτου Ἰερεμίου, τοῦ ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, καὶ τῶν λοιπῶν οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων καὶ πάσης τῆς συνόδου ἑλληνικῆς»[18].

Στα Ρωσικά μνημεία του 16ου – 17ου αι. απαντά πολλάκις η φράση «Οἰκουμενική Σύνοδος» ὡς προς τις Συνόδους Ιεραρχίας της Ρωσικής Εκκλησίας[19].

  1. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Να τονισθεί ότι στο ορολογικό επίπεδο τυγχάνει εντελώς αδύνατος ο διαχωρισμός μεταξύ «παναυτοκρατορικής» και «παγκόσμιας» διαστάσεως της έννοιας «οἰκουμενικὸς», κάτι το οποίο αντικατόπτριζε άριστα το δισυπόστατο του καθεστώτος της ίδιας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η οποία προέβαλε αξιώσεις ως οικουμενική υπερδύναμη. Παρόμοιο δισυπόστατο λειτουργούσε φαινομενικά ως πρόσφορο έδαφος για την παρέκκλιση της έννοιας του τίτλου «οἰκουμενικὸς», ο οποίος στα επίσημα κείμενα αποδίδετο αποκλειστικά στον Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης, προς τις αξιώσεις επί πραγματικά καθολικής δικαιοδοσίας. Παρά ταύτα, τίποτε από αυτά παρατηρούνται στις πηγές.

Ο Αναστάσιος Βιβλιοθηκάριος, ο παπικός απεσταλμένος στην Σύνοδο 869 έγραφε: «Οι Έλληνες αποκαλούσαν συχνά τον πατριάρχη αυτών ’οἰκουμενικό’…Όταν, ευρισκόμενος στην Κωνσταντινούπολη κατέκρινα τους Έλληνες λόγῳ της λέξεως αυτής και ήλεγχε τη ματαιοδοξία και υπερηφάνεια αυτών, μου αντέλεγαν ότι δεν αποκαλούν τον πατριάρχη ‘οἰκουμενικό’ (oecumenicus, το οποίο πολλοί απέδωσαν ως universalis) επειδή αυτός είναι επίσκοπος όλου του κόσμου, αλλά επειδή έχει εξουσία επί ενός μέρος του κόσμου, όπου κατοικούν οι χριστιανοί. Εκείνο το οποίο οι Έλληνες αποκαλούν ‘οἰκουμένη’ στους Λατίνους δεν δηλώνει μόνο τον κόσμο (orbis), εκ της χρήσεως του οποίου με την έννοια της «οικουμένης» και προέρχεται ο ‘οἰκουμενικός’, αλλά και κάθε οικεία ή τόπος κατοικούμενος»[20].

Επομένως, το 9ο αι. στις επαφές με τη Ρώμη οι ίδιοι οι Βυζαντινοί ερμήνευαν τον τίτλο «οἰκουμενικὸς» ως «τοπικός», κάτι το οποίο πηγάζει οργανικά από την καθιερωμένη αντίληψη του «οἰκουμενικοῦ» ως «παναυτοκρατορικοῦ».

Μια τέτοια αντίληψη κρατείτο επί αιώνες.

Η Εγκύκλιος Επιστολή της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως 1895 αναφέρει επί λέξει: «Οἱ θεῖοι Πατέρες τιμῶντες τὸν ἐπίσκοπον Ρώμης μόνον ὡς ἐπίσκοπον τῆς πρωτευούσης πόλεως τοῦ κράτους, ἀπέδωκαν αὐτῷ προεδρείας πρεσβεῖα τιμητικὰ, θεωρήσαντες αὐτὸν ἁπλῶς ὡς πρῶτον τῇ τάξει ἐπισκόπων, τοῦτ’ἔστι πρῶτον ἐν ἴσοις, ἄπερ πρεσβεῖα καὶ τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἀπένειμαν κατόπιν, ὅτε ἡ πόλις αὕτη ἐγένετο πρωτεύουσα τοῦ ρωμαϊκού κράτους…ὁ Ρώμης ἐστὶν ἐπίσκοπος ἰσότιμος τῷ ἐπισκόπῳ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῖς τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἐν οὐδενὶ δὲ κανόνι καὶ παρ’οὐδενὶ τῶν πατέρων ὑπαινιγμὸς τις γίνεται, ὅτι ποτὲ ὁ Ρώμης μόνος ἐστὶν ὁ ἀρχηγὸς τῆς καθόλου Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἀλάθητος κριτὴς τῶν ἐπισκόπων τῶν ἄλλων ἀνεξαρτήτων καὶ αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν»[21].

Η κατάσταση μεταβάλλεται απότομα το 20ο αι. Σε αυτή την κρίσιμη για την πορεία όλου του χριστιανισμού της Ανατολής η Κωνσταντινούπολη αποπειράται να αναμορφώσει όλη τη δομή της ανά την οικουμένη Ορθοδοξίας, προκειμένου να κατέχει εντός αυτής μια θέση, εάν όχι της άκρας κεφαλής, τότε ἐν πάσῃ  περιπτώσει του μοναδικού με το καθεστώς του «προνοητή» όλων των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών.

Εάν το επίσημο ημερολόγιο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως το έτος 1906 ανέφερε ακόμη ότι η ονομασία «οἰκουμενικὸς» ἐξ αρχής ήταν και παραμένει «ἁπλῶς τιμητικὴ, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ πατριάρχου»[22], το έτος 1908 στον τόμο του Ιωακείμ Γ’ πλέον διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ούτε η Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά ουδεμία άλλη Εκκλησία ή θρόνος μπορούσαν σύμφωνα με τους κανόνες να επεκτείνουν την εξουσία αυτών πέραν της περιοχής αυτών, εξαιρουμένου του ημετέρου αγιωτάτου, αποστολικού και πατριαρχικού Οικουμενικού Θρόνου, ο οποίος δικαίως έχει αρμοδιότητα να ασκήσει την ύπατη πνευματική μέριμνα επί των υπερορίων Εκκλησιών τόσο βάσει των παραχωρηθέντων σε αυτό προνομίων να εγκαθιστά τους επισκόπους ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς, και τούτου σημαίνει, πέραν των καθορισθένων εκκλησιαστικών περιοχών, όσο και βάσει των πρεσβειών αυτού».

Είναι σαφές ότι με το «προνόμιο να εγκαθιστά επισκόπους ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς» εννοεί τον 28ο κανόνα της ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Και όμως η κατ’αυτό τον τρόπο θεώρηση αυτού του κανόνα επιτρέπεται μόνο από μια απολύτως αυθαίρετη, ή μάλλον ακριβέστερα, ψευδή ερμηνεία αυτού. Διότι αυτός ο περίφημος και κάποτε τόσο αντιλεγόμενος κανόνας αναφέρει επί λέξει: «… Καὶ ὥστε τοὺς τῆς Ποντικῆς, καὶ τῆς Ἀσιανῆς, καὶ τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δὲ καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατὰ Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης ἐκκλησίας»[23].

Συνεπώς, πράγματι επιτρέπεται στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως να εγκαθιστά επισκόπους ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς. Αλλά μόνο εντός των τριών συγκεκριμένων διοικήσεων της αυτοκρατορίας, δηλαδή της Ποντικής, της Ασιανής και της Θρακικής. Και ουδόλως αλλιώς! Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα συμφραζόμενα του κανόνα (τους λοιπούς επισκόπους δεν τους εγκαθιστά ο πατριάρχης: εγκαθίστανται από τους οικείους αυτών μητροπολίτες) και όλη την μεταγενέστερη μακραίωνη εκκλησιαστική πρακτική.

Το 1919-1920, στα πλαίσια της ευφορίας κατόπιν καταρρεύσεως της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της κατοχής της Κωνσταντινουπόλεως από τα στρατεύματα του Entente, το Φανάρι διατύπωσε την ιδέα της Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν. Ένας από τους ιδεολόγους της, ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, έγραφε: «Η προηγούμενη τυραννική δεσποτεία των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη παρεμπόδισε την κάθε δράση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ τώρα, στην ελεύθερη πλέον Κωνσταντινούπολη, ο Πατριάρχης ἐν πάσῃ περιπτώσει θα επωφεληθεί από την ελευθερία κινήσεων όχι μόνο όσο αφορά την Εκκλησία αυτού, αλλά και τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες και την υπό σύσταση τώρα Κοινωνία των Εκκλησιών. Επιπλέον, ο Πατριάρχης θα εδύνατο να έχει παρ’αυτού και αντιπροσώπους όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, να προσκαλεί τους προκαθημένους αυτών και λοιπούς επισκόπους στην Κωνσταντινούπολη προς εξέταση και επίλυση των ζητημάτων του κοινού εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος, των αφορώντων σε όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία».

Δεν υλοποιήθηκαν τότε τα σχέδια μετατροπής της Κωνσταντινουπόλεως σε οικουμενιστικό κέντρο του παγκοσμίου χριστιανισμού. Και τότε εφαρμόσθηκε το «κοινό ελάχιστο πρόγραμμα»: υπό τις συνθήκες της απότομης εξαθλιώσεως της Ρωσικής Εκκλησίας να καταβληθούν προσπάθειες προαγωγής του Οικουμενικού Πατριάρχου στο ρόλο του ηγέτη της παγκόσμιας Ορθοδοξίας.

Το Ιανουάριο 1923 στη Ειρηνική Συνδιάσκεψη της Λωζάνης ο αρχηγός της Ελληνικής αντιπροσωπείας Ε. Βενιζέλος δήλωσε ότι «το Οικουμενικό πατριαρχείο είναι πρωτεύον για όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ως τέτοιο έχει να κάνει με όλους τους αρχηγούς των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών επ’όλων των ζητημάτων της πίστεως, της χριστιανικής ηθικής και του εκκλησιαστικού δικαίου. Σε αυτά τα ζητήματα απόψεις και κύρος του Οικουμενικού πατριαρχείου έχουν κρίσιμη σημασία…ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης…ανυψώθηκε στο αξίωμα του Οικουμενικού πατριάρχη με απόφαση όλων των χριστιανικών Εκκλησιών, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της Ρώμης. Κανείς ανά τον κόσμο είναι σε θέση να διαχωρίσει αυτά τα δύο χαρακτηριστικά»[24].

Σημειωτέον ότι μια τέτοια, για να τα πούμε ήπια, διευρυμένη ερμηνεία του πρωτείου τιμής του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως επεδίωκε εκείνη την εποχή και τις πρακτικές εφαρμογές: να ασκηθεί η πίεση στην αντιπροσωπεία κεμαλικών, η οποία ζητούσε την απέλαση του πατριάρχη εκτός Τουρκίας. Προφανώς, για τον ίδιο λόγο ο επικεφαλής της Ιεράς Συνόδου Ιεραρχίας της Υπερορίου Ρωσικής Εκκλησίας Μητροπολίτης Αντώνιος Χραποβίτσκι στην επιστολή στον πρόεδρο της Συνδιασκέψεως της Λωζάνης επέτρεψε απερισκέπτως στον εαυτό του να χαρακτηρίσει τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως «άκρο κριτή των Ορθοδόξων χριστιανών όλων των χωρών»[25].

Το Φανάρι επιχείρησε να κατοχυρώσει αυτή την πρόσκαιρη συγκυρία με τη δήλωση περί προπαρασκευής της πανορθοδόξου Οικουμενικής Συνόδου. Αυτή η Σύνοδος προγραμματίσθηκε από το ούτως λεγόμενο «Πανορθόδοξο Συνέδριο» του 1923 με συμμετοχή 9 ατόμων με επικεφαλής τον Μελέτιο Μεταξάκη και διορίσθηκε να γίνει την ημέρα Πεντηκοστής του 1925 στην Ιερουσαλήμ με την από 27ης Μαΐου 1927 πράξη του πατριάρχη Γρηγορίου Ζ’ Ζερβουδάκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι 11 ημέρες πριν, στις 6 Μαΐου, ο ίδιος Γρηγόριος Ζ’ μαζί με την περί αυτό Σύνοδο κάλεσε τον Άγιο Πατριάρχη Τύχωνα να παραιτηθεί και να καταργήσει, «έστω και προσωρινώς» το πατριαρχικό θεσμό στη Ρωσία και πολύ σύντομα εκ των πραγμάτων αναγνώρισε τη Σύνοδο ανακαινιστών[26].

Ο Γρηγόριος Ζ’ απέθανε ήδη το Νοέμβριο, ενώ ο εκλεγείς στη θέση του Κωνσταντίνος ΣΤ΄ απελάθηκε από τους Τούρκους. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η ιδέα περί συγκλήσεως της Οικουμενικής Συνόδου έπρεπε να εγκαταλειφθεί.

Πρέπει να δεχθούμε, ότι ακόμη και με αυτό το περιβάλλον των ραδιουργιών εἰς βάρος της Ρωσικής Εκκλησίας στη Κωνσταντινούπολη την εποχή εκείνη ακόμη σώζονταν οι νηφάλιες εκκλησιαστικές αντιλήψεις, οι οποίες αποτυπώθηκαν στην επίσημη ανακοίνωση της 20ης Ιουλίου 1924: «Συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας κάθε Ορθόδοξο Πατριαρχείο, όπως: Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Ρωσσίας και Σερβίας και κάθε Αυτοκέφαλος Ορθόδοξος Εκκλησία…ημπορούν να ασκούν την πνευματική αυτών εξουσία μόνον εντός των φυσικών αυτών ορίων και εκτός αυτών αδυνατούν να ασκούν θρησκευτικές ή πνευματικές ενέργειες. Οι εκκλησιαστικές επ’αυτού διατάξεις είναι ρητές και αδιαπραγμάτευτες».

Δεν υπάρχει εδώ η δυνατότητα να απαριθμήσουμε όλες τις φάσεις μετασχηματισμού της κωνσταντινουπολίτικης εκκλησιολογίας κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου και στις αρχές του 21ου αι.

Ας παραθέσουμε μόνο δύο, τα πλέον χαρακτηριστικά.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, κατά την ομιλία του στην συνέλευση ολομέλειας της Ευρωπαϊκής Βουλής ο πατριάρχης Βαρθολομαίος δήλωσε: «Ως αμιγώς πνευματικός θεσμός το καθ’ἡμᾶς Οικουμενικό Πατριαρχείο πράγματι αγκαλιάζει την παγκόσμια αποστολικότητα, η οποία προσπαθεί να ανυψώσει και να διευρύνει τη συνείδηση της ανθρώπινης οικογένειας, προκειμένου να γίνει κατανοητό ότι όλοι ζούμε στον ίδιο σπίτι. Αυτή είναι στη βασική της έννοια η σημασία της λέξεως «οικουμενικός», διότι η «οικουμένη» είναι ο κατοικούμενος κόσμος, η Γη, η οποία εκλαμβάνεται ως σπίτι, όπου κατοικούν όλοι οι λαοί, οι φυλές και τα έθνη». Και συνεχίζει: «Όπως σας τυγχάνει γνωστό, το καθ’ ἡμᾶς Πατριαρχείο δεν είναι μια «εθνική» Εκκλησία, αλλά μάλλον η θεμελιώδης κανονική έκφραση της οικουμενικής διαστάσεως του ευαγγελικού μηνύματος και της ανάλογης σε αυτή ευθύνη στην εκκλησιαστικής ζωή. Αυτός είναι ο πλέον βαθύς λόγος, συμφώνως προς τον οποίο οι πατέρες της Εκκλησίας και οι Σύνοδοι την αποκάλεσαν «Οικουμενική». Κάθε φροντίδα της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας υπερβαίνει κάθε γλωσσικό, πολιτιστικό, εθνικό ή ακόμη θρησκευτικό προσδιορισμό, εφόσον προσπαθεί να υπηρετεί όλους τους λαούς» [27].

Στις αρχές του 2014 σε ανταπόκριση στην ανακοίνωση του Πατριαρχείου Μόσχας επί του πρωτείου εντός της Εκκλησίας εμφανίζεται ένα πολεμικού χαρακτήρος κείμενο του Μητροπολίτου Προύσης Ελπιδοφόρου Λαμπρινιάδη με τίτλο «Primus sine paribus». Εκεί, ο καθηγητής θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επιχειρώντας την από δογματικής απόψεως άκρως επίμαχη ερμηνεία του εκκλησιαστικού πρωτείου μέσω Τριαδολογίας, διατύπωσε την ακόλουθη θέση: «Ἐὰν θέλωμεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ πηγῆς ἑνὸς πρωτείου εἰς τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίαν, αὕτη εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόσωπον τοῦ ἐκάστοτε Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀρχιερεὺς εἶναι μὲν πρῶτος «μεταξὺ ἴσων», ὡς Κωνσταντινουπόλεως, ὅμως, καὶ συνεπῶς ὡς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, εἶναι πρῶτος δίχως ἴσον (primus sine paribus)»[28].

Πρέπει να δεχθούμε ότι ακριβώς αυτές οι πεποιθήσεις, οι οποίες ούτε διαμορφώθηκαν αλλά ούτε και ανακοινώθηκαν μόλις χθες, και κείνται στη βάση όλων των ενεργειών του Κωνσταντινουπόλεως κατά το παρόν και κατά το εγγύς μέλλον.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όπως διαπιστώνουμε, η βασική σημασία στη σημερινή συζήτηση έχει η αντίληψη της Οικουμενικής Εκκλησίας υπό την οποία κάθε σύγχρονος Ορθόδοξος χριστιανός εκλαμβάνει το πλήρωμα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας.

Από τις παραπάνω πηγές, οι οποίες ανήκουν τόσο στην περίοδο των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού, όσο και στο πρόσφατο παρελθόν, συμπεραίνεται με ασφάλεια ότι η Ορθόδοξη εκκλησιαστική-κανονική παράδοση ουδέποτε έβλεπε τον προσδιορισμό «οἰκουμενικὸς» στον τίτλο του Κωνσταντινουπόλεως όσο και ενός άλλου επισκόπου ως ένδειξη της καθολικής αυτού δικαιοδοσίας.

Η λέξη «οἰκουμένη» από την εποχή της Καινής Διαθήκη, συνήθως ερμηνεύετο ως ένδειξη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Συνεπώς, ο προσδιορισμός «οἰκουμενικὸς» αντελαμβάνετο ὡς «παναυτοκρατορικός». Ακριβώς αυτή η σημασία απεδόθη αρχικά στην ονομασία των Οικουμενικών Συνόδων και των πέντε οικουμενικών πατριαρχικών θρόνων.

Είναι ανάγκη να τονισθεί σαφώς και ρητώς: ο αρχαίος τίτλος «οἰκουμενικός πατριάρχης», ο οποίος κατά την εποχή μας εφαρμόζεται σε σχέση προς τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, ουδεμία σχέση έχει προς το σύγχρονο όρο «οικουμενικός» με την έννοια «παγκόσμιος». Δεν είναι άλλο από την υπόμνηση του αρχαίου καθεστώτος της Νέας Ρώμης ως πρωτεύουσας της κάποτε ακμαίας πολιτικής «οικουμένης» της Ανατολικής Ρωμαϊκής ή Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μετά την άλωσή της «οικουμενικές» αποκαλούντο Σύνοδοι του νέου προμαχώνα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας, δηλαδή του κράτους της Ρωσίας, κάτι το οποίο, όμως από πλευράς της Ρωσικής Εκκλησίας δεν έγειρε αξιώσεις επί παγκοσμίου κυριαρχίας. Ως προς την καθολικότητα της Αγίας Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, αυτή η καθολικότητα ανέκαθεν εκφράζετο όχι μέσω της γεωγραφικής στην ουσία κατηγορίας «οικουμενικότητας», αλλά μέσω της έννοιας της ενότητας, ολοκληρότητας, γενικότητας, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Ελληνικό όρο «καθολική».

 

[1] Λ.χ. σε σχέση με τους αγώνες: ἀγῶνας ἱεροὺς οἰκουμενικοὺς (ἐπιγραφή του 3 αι.) [IG3#129]. Άλλα παραδείγματα βλ.: Liddell H.G., Scott R., Jones H.S. A Greek-English Lexicon. 9 ed., with a revised supplement. Oxford: Clarendon, 1996.P.1205.

[2] ἐξῆλθεν δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.

[3] οἱ τὴν οἰκουμένην ἀναστατώσαντες.

[4] πᾶσιν τοῖς Ἰουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην.

[5] τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν.

[6] Βλ. παραδείγματα: σημεῖα οἰκουμενικὰ (στον Προκόπιο Γάζης  5-6 αι.) [Procopius Gazaeus. Commentarii in Isaiam //PG. T.87/2. Col. 2301]; τρόπαια οἰκουμενικὰ (Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, 7 αι.) [Theophylactus Simocatta. Historiae, IV, 11.8].

[7] Βλ. Digesta VII.35; XVIII.48 (πᾶσα ἡ οἰκουμένη).

[8] Αυτά μᾶς υπέδειξε ο M. Gratsiansky, για τα οποία και τον ευχαριστούμε.

[9] Νίκαια (325, Κωνσταντίνος). «…θελήσει θεοῦ συνεκάλεσα εἰς τὴν Νικαέων πόλιν τοὺς πλείστους τῶν ἐπισκόπων. … ὃ γὰρ τοῖς ἁγίοις ἤρεσεν ἐπισκόποις, οὐδέν ἐστιν ἕτερον ἢ μόνου τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ γνώμη, μάλιστα ὅπου γε καὶ τὸ ἅγιον πνεῦμα τοιούτων καὶ τηλικούτων ἀνδρῶν ταῖς διανοίαις ἐγκείμενον τὴν θείαν βούλησιν ἐξεφώτισε». [Gelas. Hist. eccl. II 36] – Κωνσταντινούπολη (381, Θεοδόσιος Α’). «Τάδε ὥρισαν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει χάριτι Θεοῦ συνελθόντες ἐπίσκοποι ἐκ διαφόρων ἐπαρχιῶν κατὰ κλῆσιν τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως Θεοδοσίου». [Mansi, III, 557] – Έφεσος (431, Θεοδόσιος Β’). «σπουδὴν τιθέμεθα πρὸ τῶν ἄλλων τὴν ἐκκλησιαστικὴν κατάστασιν θεῷ πρέπουσαν καὶ τοῖς ἡμετέροις καιροῖς πρόσφορον διαμένειν…ταῦτά τε συνορῶντες διὰ τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης καὶ τῆς φιλαλλήλου γνώμης τῶν εὐσεβούντων κρατύνεσθαι, πολλάκις μὲν ἤδη διὰ τὰ κατὰ καιρὸν συμπεσόντα ἀναγκαίαν τὴν τῶν ἁπανταχόθεν ἁγιωτάτων ἐπισκόπων θεοφιλῆ σύνοδον ἡγησάμεθα, ὀκνηρότεροι δὲ ὅμως περὶ τὸν σκυλμὸν τῆς αὐτῶν θεοσεβείας γεγόναμεν. ἀλλ’ ἡ τῶν νῦν ἀναγκαίων ἐκκλησιαστικῶν τε καὶ τῶν ταύταις συνημμένων δημοσίων χρειῶν ζήτησιν χρειωδεστάτην τε καὶ ἀπαραίτητον ταύτην ἀπέδειξεν». [ACO I.1.1, 115] – Χαλκηδών (451, Μαρκιανός). «Η παντοτινή φροντίδα των Ορθοδόξων και ευλαβών αυτοκρατόρων ήταν να ξεριζώσουν τις αναφυόμενες κατά διαστήματα αιρέσεις και να εξασφαλίζουν την ειρήνη της Αγίας του Θεού Εκκλησίας με τις συνόδους ευλαβεστάτων επισκόπων και την ομόψυχη διακήρυξη της Ορθοδόξου πίστεως». – Κωνσταντινούπολη (680, Κωνσταντίνος Δ’). «…ἅπαντα τῆς φιλοχρίστου ἡμῶν πολιτείας τὰ πράγματα δεύτερα τῆς χριστιανικωτάτης ἡμῶν πίστεως τιθέμενοι… ΣΑΝΣΙMUS συναθροῖσαι τὴν πατρικὴν ὑμῶν μακαριότητα πάντας τοὺς ὑπὸ τὸν ἁγιώτατον αὐτῆς θρόνον τυγχάνοντας ὁσιωτάτους μητροπολίτας τε καὶ ἐπισκόπους κατὰ ταύτην τὴν θεοφύλακτον ἡμῶν καὶ βασιλίδα πόλις».  [ACO(2) II.1, p.10] – Νίκαια (787, Κωνσταντίνος ΣΤ΄ και Ειρήνη) «ἡ ἡμετέρα εὐσεβὴς βασιλεία πρὸς εἰρήνην καὶ ὁμόνοιαν πᾶσαν τὴν Ῥωμαϊκὴν πολιτείαν διευθύνειν σπεύδομεν, ἐξαιρέτως δὲ τῆς τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν εὐταξίας φροντίζειν βουλόμεθα καὶ τὴν τῶν ἱερέων ἕνωσιν διὰ παντὸς ἐμπορεύεσθαι προαιροῦμεθα ἀνατολῆς, ἄρκτου, δύσεώς τε καὶ μεσημβρίας. [ACO(2) III.1, p.42].

 

[10] Ενδεικτική είναι η θέση του πάπα Γελασίου: unius cujsque synodi constitutum, quid universalis Ecclesiae probavit assensus, non aliquam magis exesequi sedem prae ceteris oportere quam primam, quae et  unamquamqae synodum sua auctoritate confirmat «διάταξη οιασδήποτε Συνόδου, η οποία ενεκρίθη με τη συγκατάθεση της Οικουμενικής Εκκλησίας, πρέπει περισσότερα και πριν από τους όλους να εφαρμόζεται από κανένα άλλο θρόνο, παρά από τον πρώτο, ο οποίος με την αυθεντία του και εγκρίνει κάθε Σύνοδο» [Gelasii ep. 26//Thiel. P.395].

[11] Mansi, t. VI. P. 855.

[12] Mansi, t. VI. PP. 1005, 1012, 1021,1029.

[13] C.J.I.2.24//CIC.Bd.II.S.17-18.

[14] Αυτόθι.

[15] CIC.Bd.III.S. 655.

[16] CIC.Bd.III.S. 518

[17] Theophanes Confessor, Chronographia.p.3.

[18] Sobranie gosudarstvennyh gramot i dogovorov, hranyashihsya v Gosudarstvennoy kollegii inostrannyh del (Συλλογή κρατικών γραμμάτων και συμφωνιών, των φυλασσομένων στο Κρατικό Κολλέγιο διεθνών υποθέσεων). ἐν Μόσχᾳ, 1819. Μέρος Β’. Σελ. 97.

[19] Sudebnik tsarya Theodora Ioannovicha 1589 g. (Θεσμολόγιο του τσάρου Θεοδώρου Ιωάνοβιτζ του 1589) ἑ Μόσχᾳ.,1900. Σελ. 1. Pamiatniki diplomaticheskih snosheniy Moskovskogo gosudarstva s polsko-litovskim gosudarstvom. T. 4 (1598-1608). Ἐν Μόσχᾳ, 1912. Σελ. 17,39,117,245,276,350,755 («πᾶσης τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου τῆς βασιλίδος Μόσχας καὶ πάσης τῆς μεγάλης Ρωσσίας», 1606). Τα αποσπάσματα παραχωρήθηκαν ευγενώς από τον πατέρα Παύλο Αιρμίλοφ.

[20] Mansi, t. XII. P. 983.

[21] Ἐγκύκλιος Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς Ἱερωτάτους καὶ Θεοφιλεστάτους ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς Μητροπολίτας καὶ Ἐπισκόπους καὶ τὸν περὶ αὐτοὺς ἱερὸν καὶ εὐαγῆ κλήρον καὶ ἅπαν τὸ εὐσεβὲς καὶ ὀρθόδοξον πλήρωμα τοῦ Ἁγιωτάτου Ἀποστολικοῦ καὶ Πατριαρχικοῦ Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως. Ἐν Κωνσταντινουπόλει, 1895. Ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου. σσ. 12-13.

[22] Ἠμερολόγιον τοῦ ἔτους 1906. Ἐν Κωνσταντινουπόλει, 1905.Σ. 326.

[23] http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/regulations/04_en_xalkhdoni.htm

[24] The National Archives of the United Kingdom, Foreign Office, 839/35. Cit. ex προς υποστήριξη διατριβή της A. Chibisova.

[25] Tserkovnye vedomosti, 1923. № 1-2.P. 1-2. Cit. ex: Mazyrin A. svyash., Kostriukov A.A. Iz istorii vzaimootnosheni Russkoj i Konstantinopolskoy Tserkvey v XX veke. M.: Izd-vo PSTGU, 2017.P.69.

[26] Βλ. Mazyrin A. svyash., Kostriukov A.A. Αυτόθι. Σελ. 65-69.

[27] https://www.archons.org/ru/-/ecumenical-patriarch-bartholomew-addresses-european-parliament

[28]https://www.patriarchate.org/el/-/primus-sine-paribus-hapantesis-eis-to-peri-proteiou-keimenon-tou-patriarcheiou-moschas-tou-sebasmiotatou-metropolitou-prouses-k-elpidophorou